Αν σας έδειχνα μια νυχτερινή φωτογραφία μπορεί να την πιστεύατε ή να την σχίζατε, ας είναι…, διότι αν δεν γνωρίζετε εσείς οι ίδιοι τα τοπία που αιχμαλώτισα στο φιλμ, θα το βρείτε πολύ δύσκολο να βιώσετε μια διαφορετική αλήθεια από αυτή που σας δίνω εγώ εδώ.

25.6.08

μηνυματάκι

έλα βρε μαιράκι μου, τί κανάκι; καλάκι; μου έδωσε το τηλεφωνάκι σου το μαράκι, ελπίζω να μη σε ενοχλάκι, εγώ ειμαί σπιτάκι, και λέω να πάκι για κανά ποτάκι, θα μου κανάκι παρεάκι; φιλάκια!!!! γιώργος από μπιτς μπαρ -λαλούα λούαλα- !!! :-))) ;-) :-p

αααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααχχχχχχχχχχχχχχχ

24.6.08

σκέψη

ο νικόλας αφού ανακούφησε την κύστη του
και παρατηρώντας τις πιτσιλιές που βρίσκονταν παντού,
σκέφτηκε ότι μία ειδοποιός διαφορά ανάμεσα σε αυτόν και τους ευρωπαίους,
ήταν ότι αυτός κατουρά, ενώ εκείνοι ουρούν.

(οι ευρωπαίοι ουρούν καθιστοί, άρα όταν ουρούν βρίσκονται ήδη κάτω)

20.6.08

εξεταστική

έφτασε η εξεταστική.
ο νικόλας κάθεται και διαβάζει.
κάθεται στην πολυθρόνα που πήρε από το πράκτικερ και διαβάζει τις σημειώσεις που πήρε από το θανάση, το συνάδελφο που παρακολουθεί το μάθημα, γιατί ο νικόλας δεν έχει δικές του σημειώσεις, όλο το χρόνο σαχλαμάριζε, έπινε φραππέδες στην πλατεία, μπύρες στην πλατεία, και μετά γύρναγε σπίτι και καθόταν και κοίταζε το ταβάνι.
αλλά επειδή ο νικόλας μπορεί να είναι παιδί τζιμάνι και να μην παρακολουθεί μαθήματα, αλλά είναι παιδί τζιμάνι και τα παίρνει τα γράμματα, και ας είναι αλλονών.

όλα καλά.
μέχρι τα ντεσιμπέλ να του χτυπήσουν το παράθυρο:

ΜΕΤΑΝΟΙΩΝΩ, ΚΑΘΕ ΩΡΑ ΚΑΙ ΣΤΙΓΜΗ, ΜΕΤΑΝΟΙΩΝΩ, ΠΟΥ ΣΕ ΑΓΑΠΗΣΑ ΠΟΛΥ ΚΑΙ ΠΗΡΑ ΠΟΝΟ, ΜΕΤΑΝΟΙΩΝΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩ.

και τα πράγματα αλλάζουν.
ο νικόλας είναι παιδί τζιμάνι.
όταν διαβάζει διαβάζει.
συγκεντρώνεται ρε παιδί μου.
και άμα τα ντεσιμπέλ χτυπούν το παράθυρο, ε τότε αποσυγκεντρώνεται.

σηκώνει τα μάτια από τις σημειώσεις και κοιτά το ρολόι στον τοίχο.
η ώρα είναι 11 το πρωί. 11 το πρωί γαμώ την τρέλλα μου.
τι διάολο, ποιός μετανοιώνει 11 το πρωί; είναι δυνατόν να μετανοιώσεις τόσο πρωί; κάτσε να πέσει ο ήλιος, να δροσίσει, να πιεις τις μπυρίτσες σου, μια δυο τρεις και μετά μετάνοιωσε.
αλλά όχι 11 το πρωί με τη σκούπα στο χέρι ή με την κουτάλα που ανακατέβεις το φαΐ...

ήμαρτον.

εκτός κι αν...

σκέφτεται ο νικόλας, γιατί ο νικόλας είναι παιδί τζιμάνι και τα αναλύει τα ερεθίσματα και η φαντασία του οργιάζει, και αφού πηδήχτηκε που πηδήχτηκε η φάση με το διάβασμα το πάει αλλού.

εκτός κι αν, λοιπόν, η τύπισα που το ακούει έχει σκουπίσει, έχει σφουγγαρίσει, έχει μαγειρέψει και μετά έχει μετανοιώσει.


τί διάολο; αναρωτιέται... τί διάολο, εγώ άλλα όνειρα είχα... τι μιζέρια είναι αυτή. άντε να πούμε.

οπότε βάζει το ποτάκι της. 11 η ώρα το πρωί. γιατί κύριε νικόλα; σου φαίνεται παράξενο; βάζει το ποτάκι της, βάζει τη μουσικούλα της, βάζει κι άλλο ποτάκι, κι άλλο, κι άλλο, και κατά τις δύο που γυρνά ο κύριος του την ανάβει. του τινάζει τα μυαλά στον αέρα. τον ποτίζει ποντικοφάρμακο,
γιατί; καλά να πάθει ο πρόστυχος.

και μετά ακούει και ευχαριστιέται το επόμενο στο πλέηλιστ:

ΘΑ ΒΡΕΘΕΙ ΑΛΛΟΣ ΝΑ ΑΓΑΠΑ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ, ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΣ ΠΟΛΥ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΤΟΥ ΕΙΣΑΙ.

αυτά είναι...