Αν σας έδειχνα μια νυχτερινή φωτογραφία μπορεί να την πιστεύατε ή να την σχίζατε, ας είναι…, διότι αν δεν γνωρίζετε εσείς οι ίδιοι τα τοπία που αιχμαλώτισα στο φιλμ, θα το βρείτε πολύ δύσκολο να βιώσετε μια διαφορετική αλήθεια από αυτή που σας δίνω εγώ εδώ.

28.12.06

Η ΕΑΡΙΝΗ ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΩΝ ΑΓΡΟΦΥΛΑΚΩΝ (λεπτομέρεια)

φεβρουάριε έλα στη θέση σου,
να παρουσιαστείς αμέσως,
εμπρός ,mars!

savoir,
δικαίωμα,

ο χρόνος κυλά, δεν περιμένει.

πες του να περιμένει,

να περιμένει!

να περιμένει!

να περιμένει!

περίμενε!

μέρα μπαίνει, νύχτα βγαίνει,
περνούν οι μήνες, τα έτη, οι αιώνες,

κι από το κακό στο χειρότερο πάμε,
ποτέ δεν μπορούμε να ησυχάσουμε,

ούτε να κατουρήσουμε δεν προλαβαίνουμε.

κύριε "κακοχρόνε", αφήστε μας τουλάχιστον να τελειώσουμε το κόλπο,
το κόλπο!
το κόλπο!
το κόλπο!

έλα γιατί θα σου τα "ξουρήσει",
τα γενιά.

ο χρόνος κυλά, δεν περιμένει.

επιτέλους να σταματήσει!
να σταματήσει!
να σταματήσει!
να σταματήσει!

είναι άτιμος, αναθεματισμένος γάιδαρος!
του λες να προχωρήσει και σταματα,
του λες να σταματήσει και προχωρά.

έλα γρήγορα, θα σε απολύσει, δεν φοβάσαι?
έλα εδώ γρήγορα, εμπρός mars!

άμα σταματήσουμε δε θα τελειώσει το κόλπο,
δε θα τελειώσει; δε θα τελειώσει! δε θα τελειώσει!

άρα πρέπει να φύγω, κύριοι χαρτοπαίχτες, να με συγχωρείτε!

εννέα, δέκα, βαλές, ντάμα, flos royal στις κούπες!

FLOS ROYAL, ΣΤΙΣ ΚΟΥΠΕΣ!

17.12.06

Σκαλί, καλό μου σκαλί

δε σπάνε οι κλωστές, σε μια στιγμή, ξυπνάν την Κυριακή, πεθαίνουν το Σαββάτο,
τις καθημερινές, απ' το πρωί, ως την αυγή,
και τις γιορτές, παίζουμε σοβαροί,
δε ζούνε τις στιγμές, οι ιστορικοί,
μονάχα οι εραστές.
είδα τη διαγώνιο,
σε βλέμμα ευρυγώνιο κι ωραίο,
βήμα εναγώνιο, το λέω και δε σέβομαι,
πρόβλημα χρόνιο, το κλαίω, το εμπιστεύομαι και μένω,
μια σκάλα από στιχάκια, του γέλιου τα λογάκια, ν' ανεβοκατεβαίνω.

6.12.06

1+1

δύο ήταν τα ένα,
πριν να γίνουν ένα,
κι απ' ό,τι ήταν πριν,
έμεινε κανένα;
γιατί να είναι ένα;
τα δύο που ήταν δύο;
γιατί δεν είναι ξένα,
και όταν κάνει κρύο,
σφίγγεται το ένα στο ένα,
ένα και τα δύο.

ΓΙΑΓΑΛΑΞΥΔΙΑΚΕΣ ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ

Αν βρέξει ο Απρίλης δυό νερά κι ο Μάης άλλο ένα,
κι αν του νεκρού τα κόλλυβα πάψουν να είναι ξένα,
αν ο βρεγμένος τη βροχή αρχίσει να φοβάται,
μάθετε ψάρια του βυθού πως μάτια δε θα φάτε!
Αν τελικά το όνειρο ψάξει και βρει το θάμα,
με το ψωριάρη όλοι τους αν κάτσουνε αντάμα,
κι όσα η πείνα έχει πει πιστέψει ο χορτάτος,
μαζί με τα ποντίκια στήνει χορό ο γάτος!
Μα γω καλό χερόβολο κι εσύ καλό δεμάτι,
την πέτρα μου την έσπασε το λουλακί σου μάτι,
κι αφού κοντός λογαριασμός παντοτινή αγάπη,
αγάπα με όσο σ'αγαπώ και θέλε με σαν σε θέλω,
γιατί θε νάρθει ένας καιρός να θες και να μη θέλω!

ΓΙΑΓΑΛΑΞΥΔΙΑΚΑ ΛΥΤΑ ΚΑΙ ΑΤΑΚΤΑ ΚΟΡΔΟΝΙΑ

τα λυτά μας τα κορδόνια,
δέθηκαν μετ' άπο χρόνια,
δέθηκαναμεταξύ τους,
ζούνε τώρα τη ζωή τους.
τα παππούτσια τα καημένα,
απ' την άμμο που ειν' θαμμένα,
το' να τ' άλλο πια ρωτάει,
-μα κανείς δε μας φοράει;
και τα πόδια μας γυμνά,
μπερδεμένα στη φωτιά,
σα λαλάγκια καίγονται,
πράξεις που δε λέγονται!

ΓΙΑΓΑΛΑΞΥΔΙΑΚΟ ΦΙΛΟΚΛΕΙΔΟ

δεν είναι ο πικρός καφές που κλέβει τη μιλιά σου,
και τις βραδιές σου αγρυπνάς απαριθμώντας τ' άστρα,
είναι τ' ανομολόγητα που κάθονται σιμά σου,
κι η μυρωδιά βασιλικού καμαρωτού στη γλάστρα.
δεν φταίνε οι βράχοι οι αρμυροί που αναβρύζουν λάβρα,
κι ούτε της μαύρης θάλασσας η ξελογιάστρα η αύρα,
περίπλοκο είναι τούτο, τον ύπνο σου ξορκίζει,
και των ποδιών τους κίονες ύπουλα ροκανίζει.
οι βραδυνοί εκφωνητές δεν ξέρουν να στο πούνε,
ούτε τα ερτζιανά το στόχο τους θα βρούνε,
λίγο ακόμα δώσε μου τον κόμπο σου να λύσω,
μ' ένα φιλόκλειδο χρυσό τα μάτια θα σου κλείσω.

ΓΙΑΓΑΛΑΞΥΔΙΑΚΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

μανάκι μου μανάκι μου,
έν' άσπρο κουβαδάκι μου,
με βότσαλα γεμίζω,
και σιγομουρμουρίζω.
λόγια του καλοκαιριού,
γεύση έχουν καρπουζιού,
απ' τον ήλιο ξαναμμένα,
απ' τα κύματα βρεγμένα.
για τα αρμυρά τα βράχια,
για τα ολόξανθα τα στάχυα,
για τον καιρό που' χει γλυκάνει,
για τ' άσπρο σου φουστάνι.

ΓΙΑΓΑΛΑΞΥΔΙΑΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΠΑΤΟΥΣΕΣ ΜΟΥ

τις κόκκινες πατούσες μου,
βαριά βασανισμένες,
τις ρώτησα για δε μιλάν,
γιατί είναι λυπημένες;
-δεν είμαστε καλά,
μας έχεις καταστρέψει-,
και με τα λόγια τους αυτά,
με βάλανε σε σκέψη.
τώρα τι να τους πω;
-δεν φταίω εγώ, η φύση,
που μ' έχει κάνει ζωηρό-,
-να βρεις μιαν άλλη λύση-.
-στα βράχια να μην περπατάς,
μην ψάχνεις στα χαμένα,
γιατί εκείνα που ζητάς,
είναι αλλού κρυμμένα-.

ΓΙΑΓΑΛΑΞΥΔΙΑΚΕΣ ΠΛΑΚΕΣ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ

του δρόμου οι πλάκες άναψαν,
κάτ' απ' το φόρεμά της,
ρίγισαν και ράισαν,
στο κάθε πάτημά της.
-όμορφη τί περπατάς,
με ανοιχτό το βήμα;
κάνε μια χάρη και σ' εμάς,
στο λέμε είναι κρίμα.
περπάτα λίγο πιο αργά,
και άσε μας να δούμε,
του κόσμου όλη την ομορφιά,
για τούτο μόνο ζούμε.
ρίξε τα μαλλιά στις πλάτες,
να μυρίσουνε οι στράτες.
-μα σεις δε ζείτε πέτρες,
δεν έχετε ψυχή,
μου φαίνεται είστε ψεύτες,
και λίγο πονηροί.
-αγόρια ήμασταν παλιά,
κι ο διάολος να τους πάρει,
που δρόμο μας εκάνανε,
για τη δική σου χάρη.
για να μπορείς να περπατάς,
τους άχαρους να χαιρετάς,
και μας να μας μαλώνεις,
και να μας φαρμακώνεις.
ρίξε τα μαλλιά στις πλάτες,
να μυρίσουνε οι στράτες.

ΓΙΑΓΑΛΑΞΥΔΙΑΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ

βάλε μου σε μια κούπα,
μπαρούτη δημιτσάνικη,
όσα ως τώρα σου' πα,
μια σπάθα αφρικάνικη.
μολύβι από το βαρύ,
καρφιά με δύο μύτες,
το πιο γλυκό οξύ,
λάβρα από 3 νύχτες.
δώστα μου να τα πιω,
τον κόμπο μας να λύσω,
να έρθω να σε βρω,
φιλί να σου ζητήσω.

O ΜΕΛΕΤΗΡΟΣ ΝΕΟΣ

έχει ένα κουτί,
τίγκα στο χαρτί,
το ταξινομεί,
αναταξινομεί,
το απαριθμεί,
το εξετάζει,
και διαβάζει,
το ελέγχει,
το συγκρατεί,
το κατέχει,
δεν είν' απλό,
το ξεσκονίζει,
και δε βρίζει,
το υπογράφει,
δεν το διαγράφει,
και το τονίζει,
δε μουρμουρίζει,
υπομονή,
το συγκρατεί,
ποτέ δεν ψάχνει,
μπροστά του τα' χει,
δε βοηθάει,
ούτε βοηθιέται,
όλο διψάει,
και χασμουριέται,
μα έχει δίκιο,
είναι σωστός,
σιδερωμένος,
και σοβαρός,
ποτέ δεν πίνει,
ούτε νερό,
από τη βρύση,
βλαβερό,
δεν έχει στύση,
από καιρό,
δε νευριάζει,
χαμογελά,
δεν έχει πάθη,
απ' τα καυτά,
δεν κάνει λάθη,
τον αγαπά,
αυτός,
μόνο αυτός,
και το κουτί του,
όλη εν τάξει,
είν' η ζωή του,
και τον βολεύει,
δεν ταξιδεύει,
μόνο φοβάται,
και κοιμάται,
μεγάλη μύτη,
κάθεται σπίτι,
δεν έχει δρόμο,
ούτε δάση,
τόσο νέος...,
να το χάσει...,
κάθεται σπίτι,
και διαβάζει,
και ξεσκονίζει,
και σκουπίζει,
και σφουγγαρίζει,
τακτοποιεί,
δε γαμεί.

ΓΙΑΓΑΛΑΞΥΔΙΑΚΗ ΣΥΓΓΝΩΜΗ

ζητώ συγγνώμη,
απ' όσους στεναχώρησα,
την άχαρή τους γνώμη,
μες στο μυαλό δε χώρεσα.
εμένα το μυαλό μου,
που δυστυχώς το έχασα,
κάηκε απ' τον πυρετό μου,
και κάπου θα το ξέχασα.
τα γράμματα κι οι αριθμοί,
εύκολα με μπερδεύουν,
γίνονται άγριοι φρουροί,
άγρια με παιδεύουν.
μα η καρδούλα μου χτυπά,
με δανεικό ρυθμό,
πιο γρήγορα και πιο τρελά,
από το φυσιολογικό.

ΓΙΑΓΑΛΑΞΥΔΙΑΚΟ ΤΡΑΠΕΖΑΚΙ

στα βόρεια της Ηλείας,
είναι ένα χωριό,
κέντρο δεν είναι της σοφίας,
για άλλο είναι ξακουστό.
είναι για τα τραπέζια του,
του κυρ-Μαρίνου ξακουστά,
που έτσι κι έχει τα κέφια του,
φτιάχνει θαύματα σωστά.
δίχρωμο τραπεζάκι,
από τη Μανωλάδα,
με τέχνη και μεράκι,
με μπύρα και ζαλάδα.

ΓΙΑΓΑΛΑΞΥΔΙΑΚΟΙ ΣΥΝΔΙΑΣΜΟΙ

μείναμε μόνοι,
γίνε λεμόνι,
να γίνω τζιν με τόνικ.
μας πήρε η μπάλα,
και γίνε γάλα,
να γίνω καοτόνικ.
είμαι πανί,
και συ μηχανή,
σε σινεμά.
είσαι ένα βράδυ,
κι εγώ ένα χάδι,
στα κρυφά.

ΓΙΑΓΑΛΑΞΥΔΙΑΚΟΣ ΚΙ ΑΦΗΡΗΜΕΝΟΣ

γιατί μέσα στο σπίτι μου,
σκουντάω στις γωνίες,
μπλαβίνησε η μύτη μου,
παντού βλέπω τελείες;
στο δρόμο μου κορνάρουνε,
ταξί και γιώταχί,
στο τσακ να με τρακάρουνε,
να γίνω αλοιφή;
μισούς πίνω φραπέδες,
τα νεύρα να τεντώσω,
βουλιάζω καναπέδες,
ξεχνώ και να πληρώσω;
κάτι θα έχω πάθει,
και κάνω τόσα λάθη,
ξεχνάω να προσέχω,
σκοντάφτω, μα όλο τρέχω.

ΓΙΑΓΑΛΑΞΥΔΙΑΚΑ ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

του φθινόπωρου τα φύλλα,
όπως κάναν βολ πλανέ,
τ' άκουσα να λεν με ζήλια,
κάτι για εμένανέ.
ανασήκωσα το φρύδι,
κρύφτηκα μ' ένα κλαρί,
μα είχανε τελείωσει ήδη,
μια κουβέντα πονηρή.
το νοτιά που είναι φίλος,
ρώτησα εμπιστευτικά,
τί να λέγανε τα φύλλα,
στη στερνή τους τη βουτιά.
-μη τους δίνεις σημασία,
και ζηλεύουνε πολύ,
που τα τρώνε μόν' τα κρύα,
και εσένα το φιλί.

ΓΙΑΓΑΛΑΞΥΔΙΑΚΑ ΕΜΠΕΙΡΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ

λες κι είν' αμάξια οδηγών,
αφηρημένων ή πονηρών;
σε πάρκινγκ κέντρων λα'ι'κών,
και εμποδίζουν,
έτσι και τα μαθήματα,
κρίματα και παθήματα,
έμπειρα συστήματα,
τους δύο μας μας χωρίζουν.
κι άμα τα συστήματα έχουνε εμπειρία,
γνώση και λογική,
μυρίζουνε ανία,
κάργα υπνωτική.

ΓΙΑΓΑΛΑΞΥΔΙΑΚΗ ΕΠΙΡΡΟΗ

αν δε σε δω κυρά μου πριν τις έξι,
σου γράφω διψασμένος ένα τραγούδι,
κι αν δεν μπορέσεις ούτε στις εννιά,
του βάζω παραπονιάρικη πενιά.
αν δε σε δω ούτε την άλλη μέρα,
καπνίζω μοναχός στις ερημιές,
στα όρια της πόλης και πιο πέρα,
σε δέντρα φουντωτά και καλαμιές.
κι αν δε σε δω μετά τη δύση,
ψάχνω για φίλο ξεχασμένο,
με σάζια και μπουζούκια στο μεθύσι,
η αυγή να μ' έβρει μεθυσμένο.
είναι μεγάλη η δική σου επιρροή,
σαν του πιοτού την εσωτερική ροή.

ΓΙΑΓΑΛΑΞΥΔΙΑΚΟ ΦΟΝΙΚΟ

ένα τραγούδι φονικό,
είπα να γράψω,
να στήσω άγριο σκηνικό,
και να το κάψω.
να είχε άσχημο καιρό,
να φύσαγε αέρας,
το χιόνι να' πεφτε πυκνό,
στην αλλαγή της μέρας.
φωνές να μην φωνάζανε,
να ήταν ησυχία,
και μαχαιριές ν' αλλάζανε,
σε αδειανή πλατεία.
μα έφερα στο νου μου,
τα λουλακί σου μάτια,
κι είπα του φονικού μου,
ας πάει στα κομμάτια.

ΓΙΑΓΑΛΑΞΥΔΙΑΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΑ

να χαστουκίσω το φεγγάρι;
να βρω νερό πάνω στον Άρη;
να θεραπεύσω τον καρκίνο;
να σταματήσω πια να πίνω;
να πιάσω το ληστή;
που σε ξυπνά όταν κοιμάσαι;
να σε κοιμίσω στη σιωπή;
να σε κρατώ όταν φοβάσαι;
να μπω σε ένα λεωφορείο;
σ' αυτό που χάνεις στ' όνειρά σου;
να σε ζεστάνω για το κρύο;
τώρα που έχεις τα λαιμά σου;

ΓΙΑΓΑΛΑΞΥΔΙΑΚΟΣ ΦΑΡΟΣ

πού το βρίσκει τόσο θάρρος,
στη ζωή αρχαίος φάρος,
και φωτίζει ίσια ρότα,
να περνά η αγάπη πρώτα;
πόση θέλει υπομονή,
να οδηγά τυφλό σκαρί,
μακριά από τις ξέρες,
τις συννεφιασμένες μέρες;
όποιος ξέρει να το πει,
ας κρατήσει σιωπή,
γιατί αν το μάθει ο φάρος,
θα φωτίσει και ο χάρος.

ΚΑΤΙ ΓΙΑΓΑΛΑΞΥΔΙΑΚΟ

κάτι γεύτηκα,
κάτι κουταλιού,
και μετά το σκέφτηκα,
χάδι του μυαλού.
είχε, στο περίπου,
άρωμα κήπου,
γεύση αλμυρή,
αίσθηση κοφτή.
κάτι, τι καλό!
καινούργιο και παλιό,
έχει κάνει ένα,
γνώριμα και ξένα.

ΓΙΑΓΑΛΑΞΥΔΙΑΚΗ ΠΟΡΤΑ

πίστεψέ το αν μπορείς και άμα θες,
μα σ' ένα στενό σ' ένα χωριό,
βγάζει μια πόρτα ξύλινη.
έχουν πάνω της χαράξει,
καραβάκι να' χει αράξει,
και μια λέξη πύρινη:
μπες.

ΓΙΑΓΑΛΥΞΙΑΚΟΣ ΑΤΕΡΜΩΝ ΒΡΟΧΟΣ

πριν ή μετά; τα μπλέκουμε,
κι αφού γίνουνε όλα,
γίνονται πάλι πριν,
να ξαναγίνουν,
να φτάσουν στο αμήν,
τους δύο να μας κρίνουν,
να βγάλουνε συμπέρασμα,
μα ευτυχώς δεν βγάζουν,
δεν είναι μόνο πέρασμα,
δεν είναι δυο σημεία,
να τα ενώνει ευθεία,
κορμάκια είναι και βράζουν,
σε σιγανή φωτιά,
που καίει το μετά,
αέναη γιορτή,
όλο πάλι απ την αρχή.