Αν σας έδειχνα μια νυχτερινή φωτογραφία μπορεί να την πιστεύατε ή να την σχίζατε, ας είναι…, διότι αν δεν γνωρίζετε εσείς οι ίδιοι τα τοπία που αιχμαλώτισα στο φιλμ, θα το βρείτε πολύ δύσκολο να βιώσετε μια διαφορετική αλήθεια από αυτή που σας δίνω εγώ εδώ.
27.2.08
25.2.08
23.2.08
για φαντάσου τη ζωή
μια αιτία στο πουθενά,
μόνο που τόσο πουθενά,
δεν υπάρχει πουθενά.
σωστές επιρροές: Γιάννης Ξανθούλης
12.2.08
μια πίκρα
Τα πρώτα μου χρόνια τ’ αξέχαστα τα ‘ζησα
κοντά στ’ ακρογιάλι,
στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
πλατειά και μεγάλη.
και κάθε φορά που μπροστά μου η πρωτάνθιστη
ζωούλα προβάλλει,
στενάζεις, καρδιά μου, το ίδιο αναστένασμα:
να ζούσα εκεί πάλι
μια εμένα είν’ η μοίρα μου, μια εμένα είν’ η χάρη μου,
δεν γνώρισα κι άλλη:
Μια θάλασσα μέσα μου σα λίμνη γλυκόστρωτη
γλυκειά και μεγάλη
και να! μες τον ύπνο μου την έφερε τ’ όνειρο
κοντά μου και πάλι
Τη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
πλατειά, τη μεγάλη.
κι εμέ, τρισαλίμονο, μια πίκρα με πίκραινε,
μια πίκρα μεγάλη,
και δε μου τη γλύκαινες, της πρώτης λαχτάρας μου,
καλό μου ακρογιάλι.
ποια τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου
και ποια ανεμοζάλη,
που δεν μου την κοίμιζες και δεν την ανάπαυες,
καλό μου ακρογιάλι,
μια πίκρα είν’ αμίλητη, μια πίκρα είν’ αξήγητη,
μια πίκρα μεγάλη,
η πίκρα που είν’ άσβηστη και μες τον παράδεισο
των πρώτων μας χρόνων κοντά στ’ ακρογιάλι.
σωστές επιρροές: Κωστής Παλαμάς
8.2.08
το όνειρο
ο Σολωμάντζαρος, αυτός ο κολοσσός του Αγαίου, με κάλεσε να γράψω για ένα όνειρό μου.
έκατσα το άτομο στην περισυλλογή μου και έγραψα το παρακάτω:
σηκώνομαι μια χαραυγή, μαύρος από τον ύπνο,
παίρνω δροσιά και νύβομαι, ήλιο να σφουγγιστώ,
μα ο ήλιος δεν σηκώνεται, και εγώ τον καρτερώ.
τα πόδια μου λυγίσανε, ήλιε να περιμένω,
τα μάτια μου μισάνοιχτα έβγα να τα σφουγγίσεις,
μάτια κυράς τα καρτερούν, χείλη να τα φιλήσουν.
και ο ήλιος αποκρίθηκε από τα κάτω μέρη.
γύρνα παιδί στο στρώμα, δεν ξύπνησες ακόμα.
(ο πρώτος στίχος είναι παραδοσιακός).
σας προ(σ)καλώ με τη σειρά μου να γράψετε καλύτερο.
2.2.08
το πιο ακριβό μοντέλο, μωρό μου είσαι εσύ.
όταν έρθει η ώρα,
ο γλύπτης το μοντέλο του,
μετράει με μεράκι,
και του αρέσει πιο πολύ,
εκείνη η άδολη στιγμή,
που πιάνει μολυβάκι,
χάρακα και το ζύγι,
τα μάτια του ανοίγει,
για να τη δει όπως είναι,
κι όπως τη βλέπει εκείνος,
και ας παραπονιέται,
η πιο όμορφη απ' όλες,
πως δεν αρχίζει τη δουλειά,
και ότι το χέρι της πονά,
πως έχει ήδη αργήσει,
και πως την περιμένουν,
και λίγο πως νυστάζει,
και λίγο πως κρυώνει,
έτσι γυμνή που είναι,
μα κείνος λέει πως καλά,
πρέπει να τη μετρήσει,
προτού τα μάτια κλείσει,
και στο μυαλό,
και στον πυλό,
εκείνη σχηματίσει,
γιατί του αρέσει πιο πολύ,
να την κοιτάζει έτσι γυμνή,
και όμορφη που είναι.



