Αν σας έδειχνα μια νυχτερινή φωτογραφία μπορεί να την πιστεύατε ή να την σχίζατε, ας είναι…, διότι αν δεν γνωρίζετε εσείς οι ίδιοι τα τοπία που αιχμαλώτισα στο φιλμ, θα το βρείτε πολύ δύσκολο να βιώσετε μια διαφορετική αλήθεια από αυτή που σας δίνω εγώ εδώ.

28.2.07

τι μένει;

ο Σωκράτης, ο αρχαίος, που έζησε την εποχή του Περικλή, που είναι γνωστός ως φιλόσοφος και ως κονιοπότης, ήταν κάποια στιγμή του βίου του και μαθητής του Φειδία, του μεγάλου γλύπτη, που έργα του κοσμούσαν τον Παρθενώνα.
Πήγαινε ο Σωκράτης για γλύπτης, επειδή ο πατέρας του ήταν λιθοξόος, και επειδή τα παιδιά από τότε δε χολοσκάνε αν έχουν έτοιμη στρωμμένη δουλειά. Αλλά δεν τα κατάφερνε στο καλέμι όσο στη σκέψη και στο στοχασμό. Μάλιστα, κατά μία εκδοχή δικιά μου, ο Φειδίας του 'πε να παρατήσει το κοπάνημα και να αρχίσει να γυρνά στις αγορές μετά από ένα συγκεκριμένο περιστατικό, μια συγκεκριμένη απάντηση σε μια πολύ συγκεκριμένη ερώτηση.
Την περίοδο που ο Φειδίας έφτιαχνε το χρυσοελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς Παρθένου, ο Σωκράτης έφτιαχνε τασάκια από πυλό παραδίπλα. Ένα απόγευμα τους επισκέφτηκε ο Περικλής, που έδωσε το όνομά του στην ομώνυμη εποχή, και που είχε εξόγκωμα στο κεφάλι, μετά της Ασπασίας, που έκανε κουμάντο, γιατί από τότε στα σπίτια κάνουν κουμάντο οι γυναίκες.
Κάνανε λοιπόν μια βόλτα στο εργαστήρι του Φειδία. Χάζεψε ο Περικλής με τα αγάλματα, με τις προτομές, με τα σχέδια, με το΄ να με τ΄ άλλο και έχασκε με ανοιχτό το στόμα. Η Ασπασία, σαν μορφωμένη γυναίκα που ήταν, αφού παρατήρησε τη λεπτομέρεια στην τεχνική του γλύπτη, την ποικιλία των υλικών, την έμφαση στο κολοσιαίο μεγαλείο του μεγέθους, σκούντηξε με τρόπο τον άντρα της για να σταματήσει να κοιτά σα χάνος και απευθύνθηκε στο Φειδία:
-Θαυμάζω τη δουλειά σας, χαίρομαι που έχετε φτάσει σε τέτοιο επίπεδο την τεχνική σας και πιστεύω πως δε θα υπάρξει άλλος γλύπτης σαν εσάς. Όμως φοβάμαι πως οι επόμενοί σας δε θα έχουν πολύ δουλειά, μιας και δεν μπορεί να φτιαχτεί κάτι ομορφότερο από αυτά που βλέπουν τα μάτια μου. Στ΄ αλήθεια, τί πιστεύετε ότι μένει να ανακαλύψουν οι μαθητές σας;
ρώτησε στρέφοντας το βλέμμα της στο Σωκράτη που έσβηνε ένα στριφτό σε ένα τασάκι που μόλις είχε βγάλει από το φούρνο, για να το δοκιμάσει.
Ο Φειδίας σκεφτόταν ότι η Ασπασία είχε δίκιο, ότι κανένας μαθητής του δε θα κατάφερνε να τον ξεπεράσει, και έστρεψε και αυτός το βλέμμα του στο Σωκράτη.
Ο Περικλής σκεφτόταν ότι η γυναίκα του μιλάει περισσότερο από αυτόν και αυτό είναι ένα πρόβλημα και συνέχισε να θαυμάζει το άγαλμα της Αθηνάς.
και τότε ο Σωκράτης είπε αυτό που έπρεπε να πει, όχι ως γλύπτης αλλά ως φιλόσοφος.
-Αυτό που μένει να ανακαλύψουν οι επόμενοι γλύπτες είναι η ψυχή τους.

24.2.07

λιβελούλα

λιβε-λιβε λούλα κλέψε μια στιγμούλα,
κλέψε μια στιγμούλα λίγο να σε δω,
διαδρομο δε βρίσκω, ψάχνω μα δε βρίσκω,
ψάχνω μα δε βρίσκω ν' απογειωθώ.

βράδυ και αυγή μου,
δε μου πάει η ψυχή μου,
να σε παγιδεύω,
το μυαλό μου θόλος,
είμαι άδειος όλος,
και συρτό χορεύω.

αθω-αθω ώνω το γλυκό μου πόνο,
το γλυκό μου πόνο μόνο οτάν σε δω,
σβήνεται το φως μου γύρω μου κι εντός μου,
γύρω μου κι εντός μου δες με θα χαθώ.

βράδυ και αυγή μου,
δε μου πάει η ψυχή μου,
να σε παγιδεύω,
το μυαλό μου θόλος,
είμαι άδειος όλος,
και συρτό χορεύω.

22.2.07

ντάλα ήλιος.

μεσημέρι ιουλίου, καύσωνας και ήλιος με κέρατα.
οι άνκορμεν μία βδομάδα τώρα,( λόγω έλλειψης άλλων ειδήσεων, σύνηθες καλοκαιριάτικα), τρομοκρατούν τον κόσμο ότι θα καεί ζωντανός, παπάδες στα παράθυρα μιλούν για θεΐκή επιλογή λόγω ανθρώπινων αμαρτιών, ειδικοί συμβουλεύουν πλήρη ακινησία, πολλά υγρά και κρύα μπάνια στη μπανιέρα, ούτε βλέφαρο να παίζει.
υπερβολές.
κι όμως ο ήλιος σπάει κοκκινόπετρες. οι αχτίδες του τρυπάν την κληματαριά και σχηματίζουν μπουριά ξυλόσομπας, χοντρά και καυτερά που καίνε τα ακάλυπτα πόδια και χέρια του άλκη. αλλά αυτός δε φαίνεται να δίνει σημασία, ξαπλωμένος στην αιώρα του ,που τη δένει εδώ και δύο καλοκαίρια κάτω από την κληματαριά.
διαβάζει για έναν που περνά τρις-χειρότερα λόγω ζέστης. είναι σε μια έρημο της αφρικής και ακολουθεί μια γυμνή μαύρη, δημιούργημα του καυτού εγκεφάλου του. δεν έχει και πολλές ελπίδες επιβίωσης γιατί όσο περνά η ώρα αφυδατώνεται ο εγκέφαλός του και πλησιάζει πιο πολύ τη μαύρη του. τη στιγμή που την φτάνει πέφτει με τα μούτρα πάνω της. το μόνο που βλέπει είναι μαύρο. μαύρη σάρκα νομίζει αυτός, μαύρο σκοτάδι επιλέγει ο θεός του.
σε αυτό το σημείο της ανάγνωσης σταματά. προσπαθεί να θυμηθεί πως και βρέθηκε ο ήρωας του βιβλίου στην έρημο, αλλά δεν μπορεί. οπότε γυρνά πέντε έξι σελίδες πιο πίσω και τσακίζει τη σελίδα. θα συνεχίσει αύριο από αυτό το σημείο. έπρεπε να είχε σταματήσει να διαβάζει από πιο πριν, αλλά ο κλεάνθης έχει αργήσει να φανεί. κάθεται λίγο ακόμα ξαπλωμένος στην αιώρα και παρατηρεί τις κοκκινίλες στα χέρια του. ποιός την ακούει τη μάνα του πάλι. του χει πει χίλιες φορές να μην κάθεται στον ήλιο.

21.2.07

γιαγαλαξυδιακό παραδοσιακό τετράστιχο.

να 'μουνα δρόμος να ανοιχτώ,
ή αγκάλη να σε κλείσω,
ή να 'σουν σπίτι πατρικό,
γέροντας να γυρίσω;

πολλοί θέλουν την άνοιξη κι άλλοι το καλοκαίρι, μα το χειμώνα το βαρύ μονάχα οι καλογέροι.

έτσι και χειμωνιάσει, χάνω την όρεξή μου,
ούτε μιλώ, ούτε λαλώ, δεν τρώω το φαΐ μου,
μόνο για τσιγάρα το σπίτι μου αφήνω,
μόνη μου διασκέδαση κανά κονιάκ να πίνω.

ακούω απ' την τηλιόραση, που παίζει όλη μέρα,
καταστροφές και φονικά, μολύνουν τον αέρα,
και έτσι κλείνω παράθυρα, διπλοκλειδώνω πόρτες,
άμα ηρεμήσουν οι καιροί, τότε θα βγω, μονάχα τότες.

με πιάνει ψυχομπούκωμα, που δε βλέπω ανθρώπους,
και νοσταλγώ τις εκδρομές, ταξίδια σε άλλους τόπους,
λέω να πάω την κυριακή, εδώ κοντά καμμιά εκδρομή,
μα πριν να σώσω τη σκέψη μου, ανοίγουν οι ουρανοί.

μια μέρα όμως στις 2, το ξέρω θα ξυπνήσω,
και απ΄ τ΄ανοιχτό παράθυρο, άνοιξη θα μυρίσω,
τότε άκουσε και μάθε το, θα έρθω να σε βρω,
της άνοιξης πρώτο φιλί, στα χείλη να γευτώ.

9.2.07

έτσι και γίνω ταξιτζής.

στην πιάτσα θα το ξέρουνε,
μια μέρα θα με φέρουνε,
με ανοιγμένη μύτη.

γιατί όλες μου τις κούρσες,
θα πάω εκεί που ζούσες.
στο πατρικό σου σπίτι.

και ας ρωτάω -που πάτε;
όλους μου τους πελάται,
ένα δρόμο θα βρίσκω.

εκεί που σε συνάνταγα,
τότε που σε αγάπαγα,
πιο πάνω από τη Μίσκο.

όλους εκεί τους πάω,
γιατί τους αγαπάω,
όλους τους, σαν εσένα,

μα θα είναι κάτι νευρικοί,
κάθολου καταδεκτικοί,
τα νεύρα τους σπασμένα,

κι από τις κούρσες σαν γυρνώ,
στην πιάτσα θα παραμιλώ,
με μάτια μπλαβισμένα.

βόλτα με τον κατσαπρόκο

έλα,
σκούπισα τη σέλα,
με το μπατζάκι μου,
δε βρέχει,
πρόβλημα δεν έχει,
το μηχανάκι μου,
κρατήσου,
εγώ μαζί σου,
κι εσύ με μένα,
πάμε,
να ξέραμε που πάμε,
για τ' άγνωστα τα ξένα.