Αν σας έδειχνα μια νυχτερινή φωτογραφία μπορεί να την πιστεύατε ή να την σχίζατε, ας είναι…, διότι αν δεν γνωρίζετε εσείς οι ίδιοι τα τοπία που αιχμαλώτισα στο φιλμ, θα το βρείτε πολύ δύσκολο να βιώσετε μια διαφορετική αλήθεια από αυτή που σας δίνω εγώ εδώ.

31.12.07

να´ χες εκατό ελιές

να σ´ αγαπώ εκατό φορές.

11.12.07

ένα περιστατικό από τις περιπλανήσεις του δούκα Κλάναν στην πόλη

ο δούκας Κλάναν περπατούσε με τα χέρια στις τσέπες,
όχι επειδή έκανε κρύο,
άλλωστε φορούσε γούνινα γάντια από γούνα λεοπάρδαλης,
αλλά γιατί ήθελε να τονίσει ότι δεν υπήρχε περίπτωση να σκοντάψει και να πέσει.
Για τω Θεώ, ήταν ένας δούκας!
περπατούσε και ευγενικές σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του,
σκεφτόταν τη θάλασσα το καλοκαίρι, την όμορφη ερωμένη του και άλλα ευγενικά,
ώσπου αίφνης, ένα μηχανάκι του έκλεισε το δρόμο.
-ΦΙΛΕ! ΠΟΣΟ ΕΙΝΑΙ;
-γίνετε πιο σαφής, αγαπητέ.
-ΠΟΙΟΣ ΝΙΚΑΕΙ ΡΕ ΜΕΓΑΛΕ;
-δεν ξέρω αγαπητέ, δεν ασχολούμε.
-ΟΧΙ Η ΘΡΥΛΑΡΑ; ΦΤΟΥ ΣΟΥ, ΓΑΜΩ ΤΑ ΓΑΜΗΔΙΑ. ΠΑΛΙ ΚΟΥΒΑ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ.
ο δούκας Κλάναν σκούπισε το μέτωπό του και προχώρησε.

στο τηλέφωνο

όταν μου τηλεφωνείς γίνομαι τόσος δα,
τεντώνω τα χέρια μου να περάσουν μέσα από τα σύρματα,
να βρουν τα χείλη σου.

οι κληρονόμοι του Μπλούμπλακ και οι περίεργοι υπήκοοι.

οι κληρονόμοι του λόρδου Μπλούμπλακ ήταν παροιμιώδεις γαμιάδες.
-Πηδά σαν κληρονόμος του λόρδου Μπλούμπλακ-
συνήθιζαν να λένε οι υπήκοοι βλέποντας κάποιον να πηδά σαν
κληρονόμος του λόρδου Μπλούμπλακ,
οι οποίοι ήταν και παροιμιώδεις ματάκηδες.

ο τελευταίος γαμόσταυρος

ο τελευταίος γαμόσταυρος, πριν ξεψυχήσει, έσκυψε στο αυτί μου και ψιθύρισε:
-Η μέση μου με πεθαίνει, ο γιατρός μου απαγορεύει να σκύβω.
ύστερα ξεψύχησε.

27.11.07

μες στο κλίμα


ΕΓΩ, Ο ΓΙΑΓΑΛΑΞΥΔΙΑΚΟΣ, ΚΑΙ ΤΟ ΣΑΤΕΛΑΪΤΕΡ
ΣΑΣ ΕΥΧΟΜΑΣΤΕ ΤΡΙΓΩΝΑ ΚΑΛΑΝΤΑ!

25.11.07

σε όνειρο σε άκουσα,
σε ένα κασετόφωνο,
που δεν έπαιζε κασέτες,
και στις στροφές δυνάμωνε,
λες και το έκανε επίτηδες,
σαν να ήθελε να απλώσω το χέρι μου,
και με το δάχτυλο να το χαιδέψω,
και κείνο να χαμηλώσει την ένταση,
μέχρι την επόμενη στροφή,
που πάλι θα μου φωνάξει:
ε! δεν είσαι μόνος σου,
είμαι και εγώ εδώ,
για πρόσεχε σε παρακαλώ.

23.11.07

Ο κύριος Κυρίου

ο κύριος Κυρίου,
το κάπα κεφαλαίο,
εκ Παρπαρίας Χίου,
λατρεύει το ωραίο.

ο κύριος Κυρίου,
κύριος πάνω απ' όλα,
είναι παιδί του ωδείου,
είναι μέσα σε όλα.

έχει δύο παιδιά,
που έχουν γίνει ίμο.
πολύ τα αγαπά,
έχει και μία λίμο.

έχει μεγάλο σπίτι,
έχει και καταθέσεις,
έχει μεγάλη μύτη,
έχει καλές προθέσεις.

έχει και ένα κότερο,
έχει πολλά λεφτά,
αλλά δεν ξέρει πιότερο,
τη λίμο αν αγαπά.

ο κύριος Κυριού,
έπαθε καρδιακό,
και έκανε ίου-ίου,
το ασθενοφορικό.

Εγώ κορίτσι μου γλυκό έχω εσένα αντί γι’ αυτά
τα μεγαλεία τα παλάτια τα λεφτά
Εγώ κορίτσι μου είμαι μια χαρά
να κλαις τον άλλονε ,λοιπόν,το φουκαρά!

Πότε θα φτάσουμε εδώ;

‘Μεθούσαμε και πίναμε από τα φιλιά που δίναμε,
Και σβήνανε μια μια οι φωτιές,
Και το πρωί ξυπνήσαμε από το όνειρο που ζήσαμε,
Έτσι γλυκά όπως ξυπνούν οι εραστές.’

22.11.07

μικρό ποίημα

μην καταργείτε την υπογεγραμμένη

ιδίως κάτω από το ωμέγα

είναι κρίμα να εκλείψει

η πιο μικρή ασέλγεια

του αλφαβήτου μας

21.11.07

θαύμα

έφτασε στης τήνου το λιμάνι,
για ένα τάμα που ήθελε να κάνει,
μήπως και η παναγιά τον αξιώσει,
το σώμα του στα πόδια να σηκώσει,

το καροτσάκι άφησε σε μια άκρη,
από τα μάτια άφησε ένα δάκρυ,
το σώμα του άφησε στο χώμα,
τα πόδια του δεν έγιαναν ακόμα,

σέρνοντας έφτασε στην εκκλησία,
και με τρεμάμενη φωνή είπε στην παναγία,
αν ήθελε και κείνη ,παρακαλεί, να τον αφήσει,
με τα πόδια του στο σπίτι να γυρίσει,

γύρισε πίσω στο λιμάνι,
το καροτσάκι την είχε κάνει,
θαύμα, θαύμα ανεφώνησε ο πιστός,
και γύρισε στο σπίτι του πεζός.

17.11.07

ρίχνει καρέκλες

ο καλός μας ο καιρός,
ντύθηκε σαν μαραγκός,
έβαλε μολύβι στο αυτί.

καρέκλες φτιάχνει ανθεκτικές,
τις κοπανάει στις σκεπές,
να δει αν έχουν αντοχή.

15.11.07

τί έγινε;

πέρι λάθους πρόκειται,
δεν ξέρω, δεν υπόκειται,
στην αρμοδιότητά μου,
ανεβείται στο υπόγειο,
και πιείτε ένα Ανώγειο,
να γίνουμε όλοι άνω,
ααααχ το μυαλό μου χάνω,
νομίζω, τί νομίζω;
σίγουρα τα γνωρίζω,
από πρώτο χέρι,
αυτά εδώ τα μέρη,
που ανοίγονται εμπρός μου,
είναι ο εαυτός μου,
ή άλλος που μιλά;
ακρίβεινε το σινεμά,
θα δούμε πάλι τηλεόραση,
μαμά;

10.11.07

O Σαμάνος


Δύο από τα καινούργια τραγούδια αφορούν ηρωικές φυσιογνωμίες της Λατινικής Αμερικής. Τον Μεξικανό υπολοχαγό του Ζαπάτα, Φορτίνο Σαμάνο, που εκτελέστηκε το 1917 απ' τον ομοσπονδιακό στρατό. Και τον «Ραμόν», όπως ήταν το ψευδώνυμο του Τσε Γκεβάρα. Ο τελευταίος δεν χρειάζεται συστάσεις. Ο Σαμάνο πάλι έγινε γνωστός περισσότερο κι από τους αγώνες του για την ιστορική φωτογραφία, που του τράβηξε, δευτερόλεπτα πριν να εκτελεστεί, ο Agustin Victor-Casasola: ο νεαρός αντάρτης ακουμπά μάγκικα στον πέτρινο τοίχο με ένα τσιγάρο στα χείλη, σχεδόν χαμογελώντας άφοβα στο φακό. Αυτή η φωτογραφία ενέπνευσε τον Παπακωνσταντίνου για ένα τραγούδι αφηγηματικό. Στον πρώτο στίχο μιλάει ο αντάρτης, στο δεύτερο ο εκτελεστής του και στον τρίτο το ρόλο του αφηγητή αναλαμβάνει το τσιγάρο. Θα το ακούσουμε σύντομα από τον Διονύση Σαββόπουλο. Ο δίσκος κλείνει με ένα τραγούδι για το Νησί της Αποκάλυψης, την Πάτμο.


Οι λέξεις που πρέπει να καταργηθούν

Η λέξη «ΠΛΗΡΕΣ» όταν είμαι έξω και θα ήθελα μέσα να μπω
και η λέξη «ΕΞΩ!» όταν είμαι μέσα και δεν μου κάνει κέφι να βγω.
Η λέξη «ΦΥΓΕ!» όταν θέλω να μείνω εκεί που είμαι ακόμα για λίγο
και η λέξη «ΠΕΡΙΜΕΝΕ!» όταν βιάζομαι και πρέπει να φύγω.
Οι λέξεις «ΑΝΤΕ ΞΥΠΝΑ!» όταν του καλού καιρού κοιμάμαι
κι όταν τεμπελιάζω οι λέξεις «ΕΛΑ, ΠΑΜΕ!».
Αλλά απ' όλες τις λέξεις τις κακές εκείνη που επιθυμώ να καταργήσω
είναι η λέξη «ΣΩΠΑ!» όταν πρέπει να μιλήσω.

Σώπα

Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή. Kόψ' τη φωνή σου. Σώπασε επιτέλους.
Κι αν ο λόγος είναι αργυρός. Η σιωπή ειναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί.
Έκλαιγα,γέλαγα,έπαιζα μου λέγανε: Σώπα.

Στο σχολείο μού κρύψανε την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε :"εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα."

Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
"κοίτα μην πείς τίποτα. Σώπα."

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα εικοσί μου χρόνια.

Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
"Τι σε νοιάζει ;", μου λέγανε,"θα βρείς το μπελά σου, σώπα".

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι.
"Μη χώνεις τη μύτη σου παντού, κάνε πως δεν καταλαβαίνεις ,σώπα"

Παντρεύτηκα , έκανα παιδιά, και τα' μαθα να σωπαίνουν. Η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική και ήξερε να σωπαίνει.Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε "Σώπα".

Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
"Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα.Σώπα"
Μπορεί να μην είχαμε με δ'αύτους γνωριμίες ζηλευτές
με τους γειτονες,μας ένωνε , όμως, το Σώπα.
Σώπα ο ενας,σώπα ο άλλος, σώπα η επάνω, σώπα η κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι, οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσά μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του "Σώπα".
Και μαζευτήκαμε πολλοί.
Μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη ,αλλά μουγκή.
Πετύχαμε πολλά,φτάσαμε ψηλά,μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ ευκολα , μόνο με το Σώπα.

Μεγάλη τέχνη αυτό το Σώπα.

Μάθε το στη γυναίκα σου,στο παιδί σου,στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
και κάν'την να σωπάσει. Κόψ'την σύρριζα.Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.

Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απο
το βραχνά να μιλάς, χωρίς να μιλάς. να λές "έχετε δίκιο,είμαι σαν κι εσάς";

Αχ!Πόσο θα 'θελα να μιλήσω ο κερατάς.

και δεν θα μιλάς ,θα γίνεις φαφλατάς ,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .

Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ'την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμησεις
Κόψε τη γλώσσά σου.

Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
γιατί νομίζω πως θα'ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψιθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που
θα μου λέει:

ΜΙΛΑ!

1.11.07

η σκουριά

"έχει πάει 7μιση και ακόμα να φανεί."

ο νικόλας έμενε μόνος του στο σπίτι.
και τις σπάνιες φορές που έβγαινε από το σπίτι για να πληρώσει τους λογαριασμούς κάθε δίμηνο, πάλι μόνος του ήταν.
μόνο με την ανθούλα δεν ήταν μόνος.
αλλά η ανθούλα δεν έμενε στο σπίτι.
μόνο κάθε πέμπτη στις 7 ερχόταν για να προετοιμαστεί για το προφίσενσι.
αλλά εκείνη την πέμτη είχε αργήσει και μάλλον δε θα ερχόταν, γιατί ούτε την προηγούμενη πέμπτη είχε έρθει,
και άρχισε να βρέχει μια ασταμάτητη βροχή.

τράβηξε λίγο την κουρτίνα και κοίταξε έξω από το παράθυρο.
είδε το νικήτα και μετά κοίταξε το ρολόι του. έδειχνε 8 και είκοσι.
ο νικήτας ερχόταν τρέχοντας. όχι γιατί βιαζόταν μην αργήσει στο μάθημα,
αλλά γιατί έβρεχε καταρρακτωδώς. μια βδομάδα έριχνε καρέκλες.

έμεινε να κοιτάζει από το παράθυρο το νικήτα που περίμενε στη βροχή να ανοίξει την εξώπορτα. μετά τον κοίταζε που έφευγε με αργό βήμα χωρίς να νοιάζεται για την βροχή που ολοένα και δυνάμωνε.

"τον κακομοίρη, του στοίχισε πολύ που έχασε το μάθημα. και δεν του φαινόταν"

δεν άνοιξε ούτε στο μήτσο στις 9, ούτε στον κυριάκο στις 10. καθόταν και τους κοίταζε από το παράθυρο να έρχονται μέχρι την εξώπορτα και να φεύγουν θλιμμένοι και βρεγμένοι μες στη νύχτα.
τους συμπονούσε γιατί και αυτός έτσι ένιωθε.

η βροχή δεν σταμάτησε καθόλου. ο νικόλας τράβηξε μια πολυθρόνα κοντά στο παράθυρο τράβηξε και την κουρτίνα και κοίταζε μία τον κόσμο έξω στο δρόμο, και μία τη βροχή. ώσπου τον πήρε ο ύπνος.

το μεσημέρι που ξύπνησε ήταν ακόμα βράδυ. οι ακτίνες του ήλιου, ανήμπορες να τρυπήσουν τα παχιά σύννεφα, δεν έφταναν μέχρι το σπίτι του.
ο νικόλας δεν έχασε τίποτα που δεν χτύπησε το ξυπνητήρι του να τον ξυπνήσει.
αλλά παραξενεύτηκε γιατί το είχε κουρδίσει μόλις την προηγούμενη μέρα.
το ξυπνητήρι είχε γίνει καφέ από τη σκουριά, όπως και ο σιδερένιος καλόγερος, το τηγάνι του, τα κουμπιά του σακακιού του και το μαχαιροπίρουνό του.

ο νικόλας σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και έψαξε για γυαλόχαρτο.
έξυσε το τηγάνι του και τηγάνισε δυο αυγά. μετά έξυσε το μαχαιροπίρουνό του και τα έφαγε. έξυσε τα κουμπιά του σακακιού του για να το φορέσει γιατί η υγρασία ήταν ανυπόφορη. μόλις έβγαλε την πιτζάμα του όμως έκπληκτος κοίταξε τη σκουριασμένη του κοιλιά. του φάνηκε λογικό να την ξύσει με το γυαλόχαρτο.

αφού τελείωσε με την κοιλιά είδε ότι και τα χέρια του είχαν σκουριάσει. έξυσε πρώτα το αριστερό με το δεξί και μετά το δεξί με το αριστερό. αλλά σκουριασμένα ήταν και τα πόδια του. αφού τελείωσε και με τα πόδια κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
τα αυτιά του και το πηγούνι του είχαν σκουριάσει. τα έξυσε και αυτά. στον καθρέφτη κοίταξε το στήθος του.

έξυνε με μανία το στήθος του, αλλά στο μέρος της καρδιάς δεν καθάριζε με τίποτα. έξυνε, έξυνε, έξυνε. η σκουριά είχε ποτίσει πολύ βαθιά. και όσο πιο πολύ έξυνε τόσο πιο καφέ γινόταν. σαν να είχε σκουριάσει από μέσα. από την καρδιά.
ο νικόλας πόναγε αλλά δεν σταματούσε. το γυαλόχαρτο γέμισε αίματα και σκούριασε, το χέρι του γέμισε αίματα και σκούριασε, το χαλάκι σκούριαζε όπου έπεφτε το αίμα. ένιωσε να τραντάζετε ολόκληρος και άκουσε την φωνή της ανθούλας που τον φώναζε.
"έλα νικόλα ξύπνα, την έγραψα την έκθεση έλα ξύπνα. γιατί τρίβεις το στήθος σου;"

ο νικόλας άνοιξε τα μάτια του και είδε την ανθούλα που γελούσε. πήρε το χέρι του από το στήθος του και το ακούμπησε στο δικό της.

30.10.07

πτώσεις

μικρή μου λατρεμένη δεσποσύνη,
κάθε τραγουδάκι που χω γράψει,
το όμορφο το όνομά σου κλίνει.

στην ονομαστική, αρχικά,
στη γενική, γιατί όλα είναι δικά σου,
στην αιτιατική, γιατί όλα είναι αιτία,
στην κλητική ,Ω, όλα υμνούν την ομορφιά σου.

17.10.07

η τελευταία φάση

στην αρχή ο κοίταζαν ο ένας τον άλλον.
τα βράδυα ξάπλωναν στο κρεββάτι και κοίταζαν ο ένας τον άλλον.
κοιτάζονταν στα μάτια,
στα πόδια, στην πλάτη, στα χείλη, στην κοιλιά, στα μάτια.
δεν έπαιρναν τα μάτια τους από πάνω τους.

τώρα η γυναίκα του ήταν στην κουζίνα και αυτός στο σαλόνι.
αυτή καθόταν στο τραπέζι και κοίταζε τον τοίχο και αυτός καθόταν στον καναπέ και κοίταζε τηλεόραση. το ματς.
όταν μπήκε το πρώτο γκολ, άρχισε να φωνάζει σαν τρελλός.
γκοοοοοοοοοοοοοολ, γκοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοολ, γκοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοολ.

και από τις άλλες πολυκατοικίες:
γκοοοοοοοοοοοοοολ, γκοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοολ
ναιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι,

και μετά μπααααααααααααααμ, μπουυυυυυυυυυμ, μπαμ, μπαμ, μπαμ.
μπομπάκια, καραμπίνες, βεγγαλικά. χαμός.

στο 90 ισοφάρησαν.
ο άντρας της έβριζε.
όχι ρε γαμώτο, το μαλάκα, τί έφαγε ο μαλάκας ρε;
είναι μαλάκας, γαμώ το, γαμώ το , γαμώ το σπίτι του.


και από τις άλλες πολυκατοικίες εν χορώ:
γαμώ το, γαμώ το, γαμώ το, γαμώ το, γαμώ το.

τώρα η μπάλα ήταν στη σέντρα.
-έλα ρε, έλα ρε, συγκεντρωθείτε ρε.
ο επιθετικός κατέβαινε φουριάτος.
-έλα ρε, έλα ρε, έλα ρε.
εκείνη κατέβασε την καραμπίνα από το πατάρι,
ο επιθετικός έδωσε πάσα.
-έλα ρε, έλα ρε, έλα ρε.
εκείνη τράβηξε τον κόκκορα και τον σημάδεψε.
ο άλλος επιθετικός τράβηξε ένα γερό σουτ και έσκισε τα δύχτια.
-ναιιιιιιιιιιιιιιι, γκόοοοοοοοοοοοοοοοοοολ, γκόοοοοοοοοοοοοοοοοοολ
γκοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοολ
και από τις άλλες πολυκατοικίες:
γκοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοολ, γκοοοοοοοοοοοοοοοοολ, γκοοοοοοοοοοοοοοολ.
εκείνη περίμενε ψύχραιμα.
και μετά:
μπαααααααααααααααααμ, μπαμ , μπουμ, μπαμ μπαμ, μπαμ.

10.10.07

ο ανάποδος



ξύπνησα στις 9.
το βράδυ.
ήπια ένα φραππέ.
πήρα τηλέφωνο στη δουλειά και είπα ότι θα πάω, γιατί ήμουν άρρωστος.
με πονούσε το κεφάλι μου.
ήταν μια συνηθισμένη νύχτα στη δουλειά.
έμεινα 4 ώρες κρεμασμένος ανάποδα μέχρι να μου περάσει ο πονοκέφαλος.
αυτή ήταν η δουλειά μου.
όταν είχα πονοκέφαλο, πήγαινα στο μπαρ " up side down ", κρεμιόμουν ανάποδα πάνω από την μπάρα μέχρι να μου περάσει και ο κόσμος χάζευε.
κάτι σα μασκότ, σαν ντεκόρ.
στις 3 ήμουν στο δρόμο.
οδηγούσα αργά γιατί δεν είχα αργήσει.
σε λίγο άρχιζε η επανάληψη του " έχει γούστο ".
-έχει γούστο να προλάβω, σκέφτηκα.
τελικά δεν πρόλαβα.
στο φανάρι σταμάτησα με πράσινο και με πάτησε μια νταλίκα που
πέρασε με κόκκινο.

7.10.07

μεγαλείο

γιατί;
κοιτάζω ώρες τα ντουβάρια,
στη σιωπή;

για αυτό,
βγαίνω στις φωτογραφίες,
σα χαζό.

με έχουν ζητήσει και από άλλα κράτη.

10.9.07

υπεράνθρωπη προσπάθεια.

στις 17:22 της 10ης σεπτεμβρίου του σωτήριου έτους 2007 ο νικόλας αφήνει την τελευταία του πνοή.
η σπιτονοικοκυρά του τον βρίσκει το άλλο πρωί ξαπλωμένο στο κρεββάτι με τα πόδια στο κεφάλι.
στην προσπάθειά του να ανοίξει το μπατζούρι τραβώντας με τα πόδια του το σκοινί που βρίσκεται πάνω από το κεφάλι του έσπασε, όπως είναι φυσικότατο, τον αυχένα του.
το πατζούρι είναι ανοιχτό και το πρώτο φως της μέρας φωτίζει το πρόσωπο του νικόλα.
αποτυπωμένη είναι ακόμα η έκφραση της υπεράνθρωπης προσπάθειας που τον οδήγησε στο θάνατο.

6.9.07

το ακκορντεόν

το καλοκαίρι ο νικόλας ζήτησε για τα χριστούγεννα ένα ακκορντεόν.
όταν τον ρωτήσαμε τί το ήθελε μας είπε ότι το ήθελε για τα κάλλαντα.
την προπαραμονή ο μπαμπάς του έφερε ένα μεταχειρισμένο ακκορντεόν με κουμπιά,
αντί για πλήκτρα του πιάνου, προς μικρή απογοήτευση του νικόλα.
είχε εξασκηθεί σε ένα πιανάκι που είχε ζωγραφίσει στο χαρτί,
αλλά δεν πτοήθηκε.
μέχρι το απόγευμα είχε μάθει να παίζει τα κάλλαντα των χριστουγέννων και της πρωτοχρονιάς στο μικρό μπαντονεόν του, σαν επαγγελματίας.
βγήκε και των φώτων να τα πει αλλά φαινόταν απογοητευμένος.
όταν τον ρωτήσαμε μας είπε ότι ο κόσμος δεν ήταν ευχαριστημένος με την απόδοσή του,
και ότι δεν είχε μαζέψει όσα λεφτά χρειαζόταν.
δεν τον ρωτήσαμε τί τα ήθελε τα λεφτά γιατί φαινόταν ότι δεν ήθελε να μιλήσει για αυτό.

του αη νικόλα ξύπνησε με ένα φωτεινό χαμόγελο και ευχαριστηθήκαμε που τον είδαμε έτσι.
στο πρωινό ζήτησε από τη μαμά να πει στις θείες να μην του πάρουν δώρο πουλλόβερ, αλλά να κρατήσουν τα λεφτά στις τσάντες τους, και να τις πάρουν μαζί τους το βράδυ που θα έρθουν για τα χρόνια πολλά.
και έτσι και έγινε.
το βράδυ ο νικόλας έπαιξε στο μπαντονεόν του το άστα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα,
το σ΄ αγαπώ γιατί είσαι ωραία και έκλεισε με τα παιδιά του πειραιά.
οι θείες ενθουσιασμένες άνοιξαν τις τσάντες τους και άφηναν μία μία τα λεφτά για τα πουλλόβερ στο δισκάκι του νικόλα, που το περιέφερε σαν επαγγελματίας μέσα στο σαλόνι.

μετά ο νικόλας έφαγε την καρυδόπιτά του απογοητευμένος.
πάλι δεν είχε μαζέψει όσα λεφτά χρειαζόταν.

από την επόμενη κυριακή και όλες τις κυριακές μέχρι την τελευταία κυριακή του ιουνίου εκτός της κυριακής του πάσχα, ο νικόλας δεν ερχόταν μαζί μας στο ποτάμι που πηγαίναμε για καβούρια.
καθόταν στο πεζοδρόμιο κάτω από το σπίτι και έπαιζε λαϊκά τραγούδια στο μπαντονεόν του.
ο κόσμος που περνούσε του άφηνε κέρματα στο δισκάκι.

είχαμε καταλάβει ότι μάζευε λεφτά για κάτι, αλλά δεν ήθελε να μας πει γιατί. ο μπαμπάς προβληματιζόταν με την εμμονή του νικόλα και φοβόταν μήπως παραμελούσε τα μαθήματά του για να μαθαίνει καινούργια λαϊκά τραγούδια στο μπαντονεόν. ο νικόλας έφτασε να παίζει και να τραγουδά όλο το ρεπερτόριο της σοφίας βέμπο, του γούναρη και του σουγιούλ.
τα είχε ξεσηκώσει από τις κασέτες της μαμάς.
είχε αντιληφθεί την ανησυχία του μπαμπά και για αυτό διάβαζε διπλά για το σχολείο γιατί φοβόταν μήπως αν δεν πήγαινε καλά ο μπαμπάς θα του έπαιρνε πίσω το μπαντονεόν του.
έτσι η δασκάλα του είχε ενθουσιαστεί και ο μπαμπάς έφευγε διπλά απορημένος παρά ευχαριστημένος από το γραφείο της.
η μαμά εκμεταλλευόταν την εμμονή του νικόλα με το μπαντονεόν και τον απειλούσε πως αν δεν την βοηθούσε στις δουλειές του σπιτιού θα του κλείδωνε το μπαντονεόν στο πατάρι.
έτσι ο νικόλας έμαθε να σκουπίζει, να σφουγγαρίζει, να σιδερώνει μέχρι και να μαγειρεύει φασολάκια στην κατσαρόλα.

το βράδυ έπεφτε νωρίς να κοιμηθεί εξαντλημένος από το διάβασμα, τις δουλειές του σπιτιού και την εξάσκηση στο μπαντονεόν, ενώ εμείς πηγαίναμε σινεμά.


την πρώτη βδομάδα του ιουλίου που ο μπαμπάς έπαιρνε την άδεια του, πηγαίναμε σε ένα κάμπινγκ κοντά στο ναύπλιο.
ο νικόλας άφησε το μπαντονεόν σπίτι.
όταν φτάσαμε στο κάμπινγκ βοήθησε τον μπαμπά να στήσει τη σκηνή, έδεσε την αιώρα μου στο δέντρο και ήρθε να μας βρει στη θάλασσα.
το μεσημέρι εξαφανίστηκε.
εμφανίστηκε το απόγευμα στην παραλία ντυμένος δύτης με πλήρη εξάρτηση.
στολή, μάσκα, βατραχοπέδιλα και κουβαλούσε στην πλάτη μια μπουκάλα οξυγόνου.
όταν τον ρωτήσαμε μας είπε ότι τα είχε αγοράσει από την κυρία μαρία.
ήταν του άντρα της που πέθανε πέρσυ.
μας είπε ότι δεν θα ξαναέπαιζε μπαντονεόν ποτέ στη ζωή του και βούτηξε ευτυχισμένος.

όταν κλάνεις σβήνει η λάμπα;

28.8.07

πού χάθηκε ο πολύδωρας;

στο σινικό τείχος:

στην περσέπολη:

20.8.07

με νόημα

το τρένο διέσχιζε τον κάμπο.
-από δω είσαι;
τη ρώτησε με νόημα.

δύσκολη θέση

31.7.07

διάλειμα για διαφημίσεις

ο καβουρόβουρτσας:


στους δύο καβουρόβουρτσες (έναν για σας, έναν για την καλή σας)
δώρο ο καβουροσιντίς:


μα δεν είναι απίθανοι;

26.7.07

κολυμπώ και σε σκέφτομαι

είχα στηθεί, πως είναι στημένοι οι εύζωνες στο σύνταγμα, και κοίταζα τον ορίζοντα.
είχα κατέβει στο λιμάνι από νωρίς το πρωί, με το που ξύπνησα.
δεν ήπια καφέ, ούτε έφαγα τίποτα, όπως συνηθίζω.
είχα κοιμηθεί με τα ρούχα.
ούτε που νήφτικα.
οι τσίμπλες στα μάτια μου με ενοχλούσαν.
αλλά δεν τα έτριβα.
δεν έκανα την παραμικρή κίνηση, παρέμεινα στητός, προσοχή.
μέχρι που ήρθε το πλοίο.

σκέφτηκα τον εαυτό μου να ανεβαίνει, τον είδα να πιάνει μια μεριά στο κατάστρωμα.
με είδα τελευταία στιγμή να το ξανασκέφτομαι, να σπρώχνω τον κόσμο που ανέβαινε στο πλοίο, για να περάσω αντίθετα, ανάμεσά τους, να κατέβω.
με είδα να το ξανασκέφτομαι, να με παρασέρνει πάλι το πλήθος και να επιστρέφω στη μεριά μου.

σκέφτηκα το πλοίο να ξεκινά, να φτάνει στην έξοδο του λιμανιού, και να με πάλι στημένος στην πρύμνη, αφού το είχα ξανασκεφτεί, έτοιμος να πηδήσω στο νερό, να κολυμπήσω πίσω, αλλά με είδα να το ξανασκέφτομαι, και να επιστρέφω στη μεριά μου.

μετά φαντάστηκα να φτάνει το πλοίο στον Πειραιά, να κορνάρει τρεις φορές στα άλλα πλοία που ήταν δεμένα στο λιμάνι, να κάνει μανούβρες να αράξει, μα πριν δέσει στους κάβους με σκέφτηκα να σε σκέφτομαι και πια με είδα καθαρά να βουτάω στα βρωμόνερα του λιμανιού, χωρίς δεύτερη σκέψη, με είδα να κολυμπάω ανοιχτά στο πέλαγος, για ώρες ατελείωτες, να κοντέβω να πνιγώ, να πεθαίνώ της δίψας και της πείνας, να είμαι έτοιμος να λυποθυμήσω, να νιώθω τους μυς μου να καίγονται, μέχρι που με είδα τελικά να κολυμπάω στο λιμάνι του νησιού μου, είδα τον κόσμο που είχε μαζευτεί για να με προϋπαντήσει, είδα το δήμαρχο να μου σφίγγει το χέρι, την μπάντα να παίζει σκοπούς προς τιμή μου, άκουσα τον υπουργό αιγαίου να με αποκαλεί λαμπρό παράδειγμα αποκέντρωσης, αλλά είδα και εσένα να έρχεσαι προς το μέρος μου και να μου δίνεις μια ξανάστροφη, τόσο δυνατή που δεν την άντεξα, έπεσα στα πόδια του υπουργού και φαντάστηκα τον εαυτό μου να ξεψυχά.

οπότε το ξανασκέφτηκα, έκανα μεταβολή, περπάτησα μέχρι το σπίτι μου, νύφτικα, ήπια καφέ,
και έφαγα μηλόπιτα.
μετά κολύμπησα λιγάκι.

22.7.07

τα μεγάλα πνεύματα συναντιούνται...

είχα καιρό να δω τους συγγενείς μου,
τους φίλους και γνωστούς.
τυχαία μπορεί να συναντούσα κανέναν πρόγονό μου στο πάρκο.
αλλά και πάλι δεν την έλεγες συνάντηση.
απλά έβλεπα τον προπάππο μου,
που τον ήξερα μόνο από φωτογραφίες.
αυτός μπορεί να με κοίταζε για μια στιγμή,
επειδή μπορεί να του θύμιζα τον εαυτό του,
και αυτό ήταν όλο.
δεν ήταν συνάντηση με χαιρετούρες κλπ.
τα βαριόμουν ανέκαθεν αυτά,
πόσο μάλλον να κάθομαι να εξηγώ στον προπάππο μου ποιος είμαι.
μπορεί να με παίρναγε και για τίποτα πρεζάκι του πάρκου και να φώναζε κανέναν αλφαπίτη,
και να χα μπλεξίματα.

όταν εμφανίστηκε όμως ο λευτέρης,
χάρηκα πολύ.
αμέσως σηκώθηκα από το παγκάκι που είχα αράξει και έτρεξα προς το μέρος του:
-Καλως όρισες, του είπα γελαστός.
-Επ, γιαγαλαξυδιακέ, σε έψαχνα.
πού γύρναγες; εγώ είμαι από ώρα εδώ.
μιλήσαμε λίγο με το λευτέρη,
είχαμε χαρεί που με βρήκε.
μιλήσαμε περί ανέμων και υδάτων,
για τους στίχους μας,
για τις ζωές μας,
και για τους θανάτους μας...
ΜΟΥΑΧΑΧΑΧΑΧΑ!!!!

*αλφαπίτης = εργαζόμενος στην ασφάλεια παραδείσου (Α.Π)

21.7.07

άσκηση

φαντάσου τώρα, η λίμνη των ιωαννίνων να ήταν στην καλαμάτα.
δε γίνεται.
η λίμνη των ιωαννίνων είναι στα ιωάννινα,
άντε, το πολύ πολύ να βρεθεί στα γιάννενα ή στα γιάννινα,
άλλα σε καμμία περίπτωση στην καλαμάτα.
όμως η οδός ιωαννίνων βρίσκεται στην καλαμάτα.
πώς το εξηγείς εσύ;

μη μου πεις ότι οι δρόμοι στην καλαμάτα είναι περισσότεροι
από την ανύπαρκτη λίμνη της,
οπότε λογικό είναι από τόσους δρόμους ένας να είναι ο ιωαννίνων.
δεν ευσταθεί σαν ισχυρισμός.
γιατί η λίμνη των ιωαννίνων δε θα μπορούσε να βρίσκεται πουθενά αλλού πέρα από τα ιωάννινα, ακόμα και αν η καλαμάτα, είχε τόσες λίμνες όσους δρόμους.

φαντάσου να είχε η καλαμάτα 100 λίμνες, και μία από αυτές να ονομαζόταν
λίμνη ιωαννίνων.
είναι τόσο φυσικό όσο φυσικό είναι σε μία πόλη 100 δρόμων (σαν την καλαμάτα) , ένας από
αυτούς να λέγεται οδός ιωαννίνων.

σε αυτήν την περίπτωση όλες οι αναφορές στη λίμνη των ιωαννίνων, θα συμπληρώνονταν και από τη διεκρίνυση, σε ποιά ακριβώς λίμνη αναφερόμαστε:
στη λίμνη των ιωαννίνων των ιωαννίνων, ή στη λίμνη των ιωαννίνων της καλαμάτας;
είναι μια διαδικασία.

θέλω να πω ότι δεν είναι το όνομα που σε κάνει μοναδικό, αλλά οι αναφορές στο όνομά σου.
πόσες αναφορές υπάρχουν στην οδό ιωαννίνων της καλαμάτας;
ελάχιστες. για αυτό και δεν προκαλεί σύγχυση με την οδό ιωαννίνων της θεσσαλονίκης, ή του ηράκλειου κρήτης.

για αυτό και υπάρχουν οδοί ιωαννίνων και στην καλαμάτα, και στο ηράκλειο, και στη θεσσαλονίκη, γιατί ελάχιστοι αναφέρονται σε αυτές.
και γιατί όσοι αναφέρονται στην οδό ιωαννίνων της καλαμάτας,
είναι σχεδόν απίθανο να ξέρουν την οδό ιωαννίνων της θεσσαλονίκης,
εξαιτίας των ελάχιστων αναφορών σε αυτές.

--- το παραπάνω αποτελεί άσκηση συντακτικού και νοήματος ---

9.7.07

μικρή θαλασσινή ιστορία

20 χρονών, στο σπίτι με τον αδερφό του:

θυμάσαι την βάρκα μας;
θυμάσαι κείνο το βράδυ που βγήκαμε ανοιχτά;
θυμάσαι πόσο ενθουσιασμένοι ήμασταν που δεν το πήρε χαμπάρι ο πατέρας;
θυμάσαι που φτάσαμε απέναντι;
θυμάσαι στο γυρισμό που χτυπήσαμε στο βράχο;
θυμάσαι που βούλιαξε η βάρκα;
θυμάσαι τι γέλια ρίξαμε;
θυμάσαι που μετά έπαθα κράμπα;
θυμάσαι που παραλίγο να πνιγώ;
θυμάσαι τι γέλια ρίξαμε;

70 χρονών, στο μπαρ με τον μπαρμαν:

θυμάσαι την βάρκα μου;
ε, ρε και να πνιγόμουν...

6.7.07

venceremos

καληνύχτα.
περίμενε να ανέβει τα σκαλιά του σπιτιού της.
έβαλε πρώτη, έβαλε και ραδιόφωνο.
νετ 105,8 (24 ώρες το 24ωρο, όλη η εσωτερική και διεθνής επικαιρότητα),
ήταν προεκλογική περίοδος και η εσωτερική επικαιρότητα είχε μεταλλαχτεί σε προεκλογικές εκνευριστικές εξαγγελίες, δεσμεύσεις κλπ.
προεκλογική περίοδος υστερικής δεξιόστροφης θείας.
ούτε και τα αθλητικά τον ενδιέφεραν, οπότε πάτησε το διακοπτάκι.
πάλι νετ 105,8.
διακοπτάκι.
σπορ εφέμ.
διακοπτάκι.
νετ 105,8.
διακοπτάκι.
σπορ εφέμ.
πολλαπλά απανωτά διακοπτάκια.
σπορ εφέμ, πάλι.
τί διάβολο;
κάτι θα έπαθε. δε νευρίασε, εκνευρίστηκε λίγο και συμβιβάστηκε με σπορ εφέμ:
...με γκολ του Γκάντσεφ στο 11' ο Λεβαδειακός πήρε μεγάλη νίκη...
διακοπτάκι.
...ξεκαθάρισε τις θέσεις της Νέας Δημοκρατίας, έδειξε το δρόμο και έδωσε το στίγμα της νίκης...
διακοπτάκι.
...διπλή επιτυχία σημείωσε ο Ολυμπιακός μετά τη σημερινή του νίκη...
διακοπτάκι.
...πιθανότητες 50% στο ΠΑΣΟΚ έναντι 45% στη ΝΔ για νίκη...
διακοπτάκι.
...το ΚΚΕ μπερδεύει την ήττα με τη νίκη...
διακοπτάκι μεγάλο στρογγυλό ονόματι power.
είχε φτάσει σπίτι του.
βγήκε, κλείδωσε και κοίταξε αδιάφορα την αφίσα:

τί τον ένοιαζαν των αλλωνών;
είχε τη δική του.

4.7.07

δαπίτη μου, δαπίτη μου

βρε, βρε, βρε, βρε, βρε καλώς τοοοοοοοοοοοοοοον!
γεια.
πού χάθηκες, ρε συ, ρε παιδί μου, αγορίνα;
εδώ είμαι.
για πες κανά νέο, κανά κουτσομπολιό, κανά καινούργιο ανέκδοτο;
τίποτα.
αχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα! πολύ καλό!
πράγματι.
την κυριακή έχουμε πάρτυ, θα έρθεις, ε; δεν έχεις έρθει ποτέ. θα έρθεις;
όχι.
τέλειααααααααααααααααααααααα!
πρέπει να φύγω, γεια.
γεια σου ρε! τί κάνεις; πώς πάει;
ήμαρτον...

3.7.07

εξεταστική περίοδος

κορμάκια αμφιθεατρικά,
δυο έδρανα κενά,
μας βάλανε μακρυά,

πέτα μου το σκονάκι σου,
δείξε μου το κορμάκι σου,
πες τα μου σιγά.

30.6.07

αλατόνερο

να σου πω κάτι;
γίνε εσύ νερό,
να γίνω εγώ,
μια χούφτα αλάτι.

κι ό,τι είπαμε,
δεν το είπαμε,
νερό κι αλάτι.

ό,τι χάσαμε

οι κάτω των 30 υποστηρίζουν ότι,
ό,τι χάσαμε θα το ξαναβρούμε,
οι άνω των 40 ότι δε θα το ξαναβρούμε,

οι ενδιάμεσοι ψάχνουν.

28.6.07

μετά από χρόνια

μετά από χρόνια, κατά τις θερινές μου διακοπές
εκείνου του χρόνου και ενώ θα βρίσκομαι
στο πατρικό μου σπίτι, ξαπλωμένος
στην αιώρα μου, η οποία ακόμα και
σήμερα είναι δεμένη στην ίδια θέση,
κάτω από την κληματαριά που σκεπάζει
τη μισή νότια βεράντα, θα με πλησιάσει
ο Λευτέρης Παπαδόπουλος.
Όντας βαθύς γνώστης του μεγάλου
δισκογραφικού μου έργου,
αλλά ελάχιστα γνωρίζων εμένα προσωπικώς
θα διστάσει να μου μιλήσει.
Έτσι, αναγκαστικά, θα μιλήσω εγώ:
-Λευτέρη, ο χρόνος σου φέρθηκε με επιείκια.
-Σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, και
γιατί είσαι η τρανή απόδειξη αυτού που
χρόνια τώρα υποστηρίζω στις εκπομπές μου.
Ο στιχουργός είναι η φίρμα.
-Είχες δίκιο, αλλά πού να το΄ βρισκες;

18.6.07

το χειλιοειπωμένο

πες μου το με τα χείλια σου,
πες το με μιαν ανάσα,
στον τελευταίο στεναγμό,
αυτό που θέλουμε όλοι.


αν έχω κάτι να σου πω,
είναι χηλιοειπομένο,
αυτό που όλοι θέλετε,
είναι το δαγκωμένο,
μήλο δαγκωμένο.

11.6.07

γιαγαλαξυδιακό κουλουράκι

μοιάζω με ένα κουλουράκι,
κι είναι φούρνος η αγκαλιά σου,
ψήνομαι και κοκκινίζω,
στους διακόσιους τα φιλιά σου.

το τραγούδι της σειρήνας

το τραγούδι σου σειρήνα,
την αρχαία μου την πείνα,
ξελογιάζει,
και κει που' τανε να φύγω,
κει που δρόμους μπρος μου ανοίγω,
η στερνή σου η στροφή,
επιτόπια αναστροφή,
που μου τα αλάζει.

κι αργά που φεύγει ο αύγουστος,
φεύγει το καλοκαίρι.
μα η καρδιά μου δίψασε,
σε τούτα δω τα μέρη.

τσιμπο-λόγια

δεν είναι κάτι φοβερό,
νόμοι απλοί της φυσικής,
φαντάσου το σαν την ηχό,
στο χτύπημα μίας χορδής.

είναι και γραμματική,
εκεί μπλέκεται το πράγμα,
νόμοι, και κανονισμοί,
επιδεινώνουνε το τραύμα.

αλλά και πάλι είναι απλό,
το κάνουν όλοι, όλη την ώρα,
τελείως καθημερινό,
από παλιά μέχρι και τώρα.

μα είναι και λόγια αγκαθωτά,
το στόμα αγκυλώνουν,
τσιμπάν τα χείλη δυνατά,
και τα ματώνουν.

Καλύτερα που δε μιλάς
τα λόγια μας ξεχνιούνται
όσα ποτέ δεν είπαμε
αυτά δε λησμονιούνται.

25.5.07

o lejo, ο kypski και τα ακκορντεόν τους

δεν μπορώ να κοιμηθώ...

το ρολόι του ύπνου μου,
τα γρανάζια έχει φάει,
και σε ώρες ανύποπτες,
σαν τρελλό χτυπάει.

ο εσωτερικός ρυθμός μου,
έχει πάει περίπατο,
και ό,τι γίνεται εντός μου,
είναι απερίγραπτο.

19.5.07

ώστε να ΄σαι σωστά προετοιμασμένος


ώστε να έχεις μία ιδέα του τί σε περιμένει, μην πεθάνεις
και δεν ξέρεις τί σου γίνεται। ΤΗΛΕΦΩΝΗΣΕ ΤΩΡΑ!
ΑΥΡΙΟ ΘΑ ΕΧΕΙ ΑΛΛΟ! ΠΑΡΕ ΚΙ ΑΥΡΙΟ !

14.5.07

τα μηχανάκια

την ώρα που τα μάτια σου κλείνεις να κοιμηθείς,
τότε που τα ρολόγια δείχνουν η ώρα τρεις,
από τα πεζοδρόμια που είναι αραγμένα,
τα μηχανάκια βάζουν μπρος και ξεκινάνε,

χωρίς τον άνθρωπο να έχουν στο τιμόνι,
ψάχνουν να βρουν όσους κοιμούνται μόνοι,
να τους ξυπνήσουνε με κόρνες απ' το δρόμο,
με τις πυτζάμες να κοιτάν με λίγο τρόμο,

και με τη βία τους ανεβάζουνε επάνω,
όσο πιο πάνω αντέχει το καθένα,
μέχρι που κάποια απ΄ τα μάτια μου τα χάνω,
σ΄ ένα ταξίδι για τα άγνωστα τα ξένα.

6.5.07

τα σοροπιαστά - νο1

μία πίττα όσα θέλω από όσα είδα,
χωρισμένη σε διάφορα κομμάτια,
μα στο λέω πως του λέοντος η μερίδα,
είναι ,αγάπη μου, τα λουλακί σου μάτια!

για αυτά θα γράψω τραγούδια σε σειρά,
υπό τον εμπνευσμένο τίτλο -τα σοροπιαστά-.

21.4.07

τί είναι;

είναι μια σταλίτσα,
μια σταλιά,
τόση, τόση, τόση, τόση δα,
που όλο μου ξεφεύγει,
μ' αποφεύγει,
κρύβεται σε μι΄ άκρη και γελά.

είναι μια μπουκίτσα,
μια χαψιά,
του γλυκού μία κουταλιά,
που όλο μου γλυτώνει,
με λερώνει,
και δεν τρώγεται με τίποτα.

μα είναι μια στιγμούλα,
δυο λεπτά,
όσο διαρκεί μια αγκαλιά,
όσο δυο φιλάκια,
και ένα χάδι,
πριν να εξαφανιστεί ξανά.

8.4.07

σε ένα φλυτζανάκι.

του πρωινού το καραβάκι,
πλέει σε ένα φλυτζανάκι,
του καφέ.
φοράς μια αμάνικη ριγέ,
και στέκεσαι στη μέση,
μήπως κανένας πέσει,
στο κύμα του καφέ.
μήπως κανένας ξεχαστεί,
μήπως αφήσει το κουπί,
και τονε φάει το ρέμα.
μα άμα καίει ο καφές,
καίγεσαι τότε θες δε θες,
αλήθεια είναι και ψέμα,
πως συ θα πέσεις πρώτα.

25.3.07

το φως στις 10 π.μ.

Το φως στις 10 το πρωί έρχεται όλο πλάγιο
Εκεί που ήταν οι χείμαρροι και ξαναζωγραφίζει
τους κήπους πάνω στο νερό να έχουν σκαλί
Δεμένη βάρκα και μια θάλασσα γυαλί
Και τις τετράκοπες να υψώνουν του Ομίλου οι αθλητές
και στο λιθόστρωτο να αστράφτουν μουσικές καμαρωτές
κι από τα πεύκα κι απ’ τα διώροφα ξανά
καλοί σαλπίζοντας στα ουράνια πρωινά
κι ακούς παγώνια και ηλιόλουστο το τραμ ξαναγυρνά.
Κι όμως αυτό το πλάγιο φως μια μέρα θα φωτίσει
την πιο απόκοσμη ερημιά, εσύ είχες ήδη αργήσει
μέσα στις αίθουσες οι τάξεις είχανε μπει
και του σχολειού η πόρτα ορθώνονταν κλειστή
με τους αετούς να ξεπαγιάζουν στο μαρμάρινο κισσό
και με τους ήρωες να κοιτάζουν το σβησμένο τους πυρσό.
Αφού ο κόσμος ο γνωστός σ’ αυτή τη γη.
Που αγνός και ανύποπτος μετέχει κάθε αυγή.
Την ώρα εκείνη απ’ το κάδρο είχε ξάφνου αφαιρεθεί.
Το μεσημέρι μαύρο φως προπάντων στις καθέτους
η θάλασσα όλο το πετάει στου οδηγού το τζάμι.
Μα όταν γράψει με μια πλάγια μολυβιά
κιονοστοιχίες με λιγάκι συννεφιά
πίσω απ’ τα μαύρα του γυαλιά
ο κόσμος μπαίνει όλο φωνές
ανεμιστήρες ξεκινούν και του εσπρέσσο οι μηχανές.
Γυάλινα στέγαστρα ένας έγχρωμος βυθός
δεν σε πειράζει που είσαι τώρα μοναχός.
Μια αγάπη πίσω από τις λέξεις συναντάς
σ’ αυτό το φως.
Το φως τραβιόταν θεϊκό στο ηλιοβασίλεμά του
πίσω απ’ τη μάνδρα της αυλής και το καμένο σπίτι
είχαν απλώσει τα σεντόνια στο σκοινί
έπαιζες μόνος μα αισθανόσουν τη σκηνή
σα θεατράκι επουράνιο μέσ’ στο κόκκινο το φως
πίσω απ’ τα χρώματα να παίζει με το παιδάκι του ο Θεός.
Ευτυχισμένοι μεταξύ τους μακρινοί.
Με βλέπουν άραγε κι εμένα, είχες σκεφτεί.
Όπως απόψε που πλαγιάζεις σε μια κάμαρη αδειανή
με την πόρτα γυρτή
το φως του μπάνιου να γλιστράει στη σιωπή
να σε νιώθω εδώ
σ’ αυτό το πλάγιασμα σ’ ετούτη την ηχώ
μ’ ένα φως τεχνητό
να βρει τον κόσμο, το δικό μου σ’ αγαπώ
φως που τραγουδάει
ενώ είναι νύχτα κι ενώ εσύ δεν είσαι πλάι.

20.3.07

θερμές σταγόνες πέφτουνε στη γη

πάρε τη λέξι μου,
δώσε μου το χέρι σου

18.3.07

η ζωή ξέρει

ο χρόνος κυλά, δεν περιμένει.
δεν το' πα εγώ. το είπε ο φθινοπωρινός αγροφύλακας στην εαρινή τους σύναξη.
και είχε δίκιο, αλλά κατά το ήμισι.
στ΄ αλήθεια ο χρόνος κυλά προς μία κατεύθυνση, από το παρελθόν στο μέλλον.
αλλά είναι φορές που περιμένει, όταν η ζωή τον στήνει στο ραντεβού τους.
τότε ο χρόνος κάθεται υπομονετικά στο παγκάκι του, ανάβει ένα τσιγάρο και περιμένει,
όσο η ζωή χαζεύει κάπου αλλού, με το παρόν.
η ζωή ξέρει, κι εγώ την εμπιστέυομαι.
δεν το' πα εγώ, το είπε ο μέγας ανατολικός, καπνίζοντας φτηνά τσιγάρα.

15.3.07

είμαι δεκαεξάρης, σας γαμώ τα λύκεια.

δεν είμαι πασόκα,
δεν είμαι ούτε κουκουέ,
είμαι ό,τι είμαι,
κι ό,τι τραγουδώ για σε.

Μυστικό Τοπίο

για να σ' αγκαλιάσω με καημό, και τόσο να σε νιώσω,
όσο είναι τοπίο μυστικό, τούτο δω, που ποθώ ν' αποδώσω.

12.3.07

λείπω, λίπο, λιποζάν

λιώνω σαν το λιποζάν,
στα χειλάκια σου, αμάν!

λείπω, λύπη, λιποζάν,
οχ αμάν κι αμάν αμάν.

28.2.07

τι μένει;

ο Σωκράτης, ο αρχαίος, που έζησε την εποχή του Περικλή, που είναι γνωστός ως φιλόσοφος και ως κονιοπότης, ήταν κάποια στιγμή του βίου του και μαθητής του Φειδία, του μεγάλου γλύπτη, που έργα του κοσμούσαν τον Παρθενώνα.
Πήγαινε ο Σωκράτης για γλύπτης, επειδή ο πατέρας του ήταν λιθοξόος, και επειδή τα παιδιά από τότε δε χολοσκάνε αν έχουν έτοιμη στρωμμένη δουλειά. Αλλά δεν τα κατάφερνε στο καλέμι όσο στη σκέψη και στο στοχασμό. Μάλιστα, κατά μία εκδοχή δικιά μου, ο Φειδίας του 'πε να παρατήσει το κοπάνημα και να αρχίσει να γυρνά στις αγορές μετά από ένα συγκεκριμένο περιστατικό, μια συγκεκριμένη απάντηση σε μια πολύ συγκεκριμένη ερώτηση.
Την περίοδο που ο Φειδίας έφτιαχνε το χρυσοελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς Παρθένου, ο Σωκράτης έφτιαχνε τασάκια από πυλό παραδίπλα. Ένα απόγευμα τους επισκέφτηκε ο Περικλής, που έδωσε το όνομά του στην ομώνυμη εποχή, και που είχε εξόγκωμα στο κεφάλι, μετά της Ασπασίας, που έκανε κουμάντο, γιατί από τότε στα σπίτια κάνουν κουμάντο οι γυναίκες.
Κάνανε λοιπόν μια βόλτα στο εργαστήρι του Φειδία. Χάζεψε ο Περικλής με τα αγάλματα, με τις προτομές, με τα σχέδια, με το΄ να με τ΄ άλλο και έχασκε με ανοιχτό το στόμα. Η Ασπασία, σαν μορφωμένη γυναίκα που ήταν, αφού παρατήρησε τη λεπτομέρεια στην τεχνική του γλύπτη, την ποικιλία των υλικών, την έμφαση στο κολοσιαίο μεγαλείο του μεγέθους, σκούντηξε με τρόπο τον άντρα της για να σταματήσει να κοιτά σα χάνος και απευθύνθηκε στο Φειδία:
-Θαυμάζω τη δουλειά σας, χαίρομαι που έχετε φτάσει σε τέτοιο επίπεδο την τεχνική σας και πιστεύω πως δε θα υπάρξει άλλος γλύπτης σαν εσάς. Όμως φοβάμαι πως οι επόμενοί σας δε θα έχουν πολύ δουλειά, μιας και δεν μπορεί να φτιαχτεί κάτι ομορφότερο από αυτά που βλέπουν τα μάτια μου. Στ΄ αλήθεια, τί πιστεύετε ότι μένει να ανακαλύψουν οι μαθητές σας;
ρώτησε στρέφοντας το βλέμμα της στο Σωκράτη που έσβηνε ένα στριφτό σε ένα τασάκι που μόλις είχε βγάλει από το φούρνο, για να το δοκιμάσει.
Ο Φειδίας σκεφτόταν ότι η Ασπασία είχε δίκιο, ότι κανένας μαθητής του δε θα κατάφερνε να τον ξεπεράσει, και έστρεψε και αυτός το βλέμμα του στο Σωκράτη.
Ο Περικλής σκεφτόταν ότι η γυναίκα του μιλάει περισσότερο από αυτόν και αυτό είναι ένα πρόβλημα και συνέχισε να θαυμάζει το άγαλμα της Αθηνάς.
και τότε ο Σωκράτης είπε αυτό που έπρεπε να πει, όχι ως γλύπτης αλλά ως φιλόσοφος.
-Αυτό που μένει να ανακαλύψουν οι επόμενοι γλύπτες είναι η ψυχή τους.

24.2.07

λιβελούλα

λιβε-λιβε λούλα κλέψε μια στιγμούλα,
κλέψε μια στιγμούλα λίγο να σε δω,
διαδρομο δε βρίσκω, ψάχνω μα δε βρίσκω,
ψάχνω μα δε βρίσκω ν' απογειωθώ.

βράδυ και αυγή μου,
δε μου πάει η ψυχή μου,
να σε παγιδεύω,
το μυαλό μου θόλος,
είμαι άδειος όλος,
και συρτό χορεύω.

αθω-αθω ώνω το γλυκό μου πόνο,
το γλυκό μου πόνο μόνο οτάν σε δω,
σβήνεται το φως μου γύρω μου κι εντός μου,
γύρω μου κι εντός μου δες με θα χαθώ.

βράδυ και αυγή μου,
δε μου πάει η ψυχή μου,
να σε παγιδεύω,
το μυαλό μου θόλος,
είμαι άδειος όλος,
και συρτό χορεύω.

22.2.07

ντάλα ήλιος.

μεσημέρι ιουλίου, καύσωνας και ήλιος με κέρατα.
οι άνκορμεν μία βδομάδα τώρα,( λόγω έλλειψης άλλων ειδήσεων, σύνηθες καλοκαιριάτικα), τρομοκρατούν τον κόσμο ότι θα καεί ζωντανός, παπάδες στα παράθυρα μιλούν για θεΐκή επιλογή λόγω ανθρώπινων αμαρτιών, ειδικοί συμβουλεύουν πλήρη ακινησία, πολλά υγρά και κρύα μπάνια στη μπανιέρα, ούτε βλέφαρο να παίζει.
υπερβολές.
κι όμως ο ήλιος σπάει κοκκινόπετρες. οι αχτίδες του τρυπάν την κληματαριά και σχηματίζουν μπουριά ξυλόσομπας, χοντρά και καυτερά που καίνε τα ακάλυπτα πόδια και χέρια του άλκη. αλλά αυτός δε φαίνεται να δίνει σημασία, ξαπλωμένος στην αιώρα του ,που τη δένει εδώ και δύο καλοκαίρια κάτω από την κληματαριά.
διαβάζει για έναν που περνά τρις-χειρότερα λόγω ζέστης. είναι σε μια έρημο της αφρικής και ακολουθεί μια γυμνή μαύρη, δημιούργημα του καυτού εγκεφάλου του. δεν έχει και πολλές ελπίδες επιβίωσης γιατί όσο περνά η ώρα αφυδατώνεται ο εγκέφαλός του και πλησιάζει πιο πολύ τη μαύρη του. τη στιγμή που την φτάνει πέφτει με τα μούτρα πάνω της. το μόνο που βλέπει είναι μαύρο. μαύρη σάρκα νομίζει αυτός, μαύρο σκοτάδι επιλέγει ο θεός του.
σε αυτό το σημείο της ανάγνωσης σταματά. προσπαθεί να θυμηθεί πως και βρέθηκε ο ήρωας του βιβλίου στην έρημο, αλλά δεν μπορεί. οπότε γυρνά πέντε έξι σελίδες πιο πίσω και τσακίζει τη σελίδα. θα συνεχίσει αύριο από αυτό το σημείο. έπρεπε να είχε σταματήσει να διαβάζει από πιο πριν, αλλά ο κλεάνθης έχει αργήσει να φανεί. κάθεται λίγο ακόμα ξαπλωμένος στην αιώρα και παρατηρεί τις κοκκινίλες στα χέρια του. ποιός την ακούει τη μάνα του πάλι. του χει πει χίλιες φορές να μην κάθεται στον ήλιο.

21.2.07

γιαγαλαξυδιακό παραδοσιακό τετράστιχο.

να 'μουνα δρόμος να ανοιχτώ,
ή αγκάλη να σε κλείσω,
ή να 'σουν σπίτι πατρικό,
γέροντας να γυρίσω;

πολλοί θέλουν την άνοιξη κι άλλοι το καλοκαίρι, μα το χειμώνα το βαρύ μονάχα οι καλογέροι.

έτσι και χειμωνιάσει, χάνω την όρεξή μου,
ούτε μιλώ, ούτε λαλώ, δεν τρώω το φαΐ μου,
μόνο για τσιγάρα το σπίτι μου αφήνω,
μόνη μου διασκέδαση κανά κονιάκ να πίνω.

ακούω απ' την τηλιόραση, που παίζει όλη μέρα,
καταστροφές και φονικά, μολύνουν τον αέρα,
και έτσι κλείνω παράθυρα, διπλοκλειδώνω πόρτες,
άμα ηρεμήσουν οι καιροί, τότε θα βγω, μονάχα τότες.

με πιάνει ψυχομπούκωμα, που δε βλέπω ανθρώπους,
και νοσταλγώ τις εκδρομές, ταξίδια σε άλλους τόπους,
λέω να πάω την κυριακή, εδώ κοντά καμμιά εκδρομή,
μα πριν να σώσω τη σκέψη μου, ανοίγουν οι ουρανοί.

μια μέρα όμως στις 2, το ξέρω θα ξυπνήσω,
και απ΄ τ΄ανοιχτό παράθυρο, άνοιξη θα μυρίσω,
τότε άκουσε και μάθε το, θα έρθω να σε βρω,
της άνοιξης πρώτο φιλί, στα χείλη να γευτώ.

9.2.07

έτσι και γίνω ταξιτζής.

στην πιάτσα θα το ξέρουνε,
μια μέρα θα με φέρουνε,
με ανοιγμένη μύτη.

γιατί όλες μου τις κούρσες,
θα πάω εκεί που ζούσες.
στο πατρικό σου σπίτι.

και ας ρωτάω -που πάτε;
όλους μου τους πελάται,
ένα δρόμο θα βρίσκω.

εκεί που σε συνάνταγα,
τότε που σε αγάπαγα,
πιο πάνω από τη Μίσκο.

όλους εκεί τους πάω,
γιατί τους αγαπάω,
όλους τους, σαν εσένα,

μα θα είναι κάτι νευρικοί,
κάθολου καταδεκτικοί,
τα νεύρα τους σπασμένα,

κι από τις κούρσες σαν γυρνώ,
στην πιάτσα θα παραμιλώ,
με μάτια μπλαβισμένα.

βόλτα με τον κατσαπρόκο

έλα,
σκούπισα τη σέλα,
με το μπατζάκι μου,
δε βρέχει,
πρόβλημα δεν έχει,
το μηχανάκι μου,
κρατήσου,
εγώ μαζί σου,
κι εσύ με μένα,
πάμε,
να ξέραμε που πάμε,
για τ' άγνωστα τα ξένα.

27.1.07

ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ

νύχτες, νύχτες κομπολόι,
τις μετράει ένα ρολόι,
παραδίπλα αφημένο.

κι όταν πάει η ώρα τρεις,
πέφτεις για να κοιμηθείς,
παραδίπλα εγώ μένω.

τα δοντάκια σου χτυπάς,
το κορμάκι σου λυγάς,
τις σκουντιές σου υπομένω.

σου' δωσα εκμέκ να φας,
μου πες πως δε μ' αγαπάς,
κι ας το είχα ειπωμένο.

26.1.07

ρώτησα ένα γιαπωνέζο

που ήτανε απ' την Κορέα,
να μου πει για τεχνική, πονηρή.
πως το κάνουν, πως το κάνουν;
κι απ' τα μάτια τους, τους χάνουν;
κι αν μου τα είπε ένα κι ένα,
μυστικές, τεχνικές, κινήσεις,
τ' άκουγα μπουρδουκλωμένα,
δύσκολο να συνεννοηθώ.
με ό,τι πήρα, τελικά, χαμπάρι,
να μην ήξερα κινέζικα, να πάρει!
είπα τελοσπάντων να κρυφτώ.
μ' έψαχνε η αστυνομία στη στεριά,
στα λιμάνια, τα λιμενικά,
δε με έβρισκε κανείς.
κι έβλεπα μονάχα πόδια να γυρνάνε,
κι άκουγα μόνο φωνές ,να ρωτάνε:
μα που να' ναι;
κάτω απ'το κρεββάτι είχα κρυφτεί,
ώσπου είδα δύο μάτια,
χρώματάκι λουλακί.
το 'ξερα από την αρχή,
πως θα μ' έβρισκες εσύ.

10.1.07

Μ' αρέσει που..

που μασά του φραππέ τα καλαμάκια,
που κοιτάζει με δυο μάτια λουλακί,
τα άστρα στου χωριού της τα σκαλάκια,
και χορεύει μουσική λατινική.

που θυμώνει και μουτρώνει,
που δε θέλει και πολλά,
λίγο, λίγο μαλακώνει,
πάλι με ξαναφιλά.

που τη νοιάζει γενικώς,
ο πλανήτης και η χώρα,
που αλλάζουν συνεχώς,
κι ας μας πέρασε η ώρα.

ζωγραφίζει ζωγραφιές,
τα πινέλα της με δένουν,
καίει απανωτές φωτιές,
που όλο σε καλό μου βγαίνουν.