μες στο κλίμα
ΕΓΩ, Ο ΓΙΑΓΑΛΑΞΥΔΙΑΚΟΣ, ΚΑΙ ΤΟ ΣΑΤΕΛΑΪΤΕΡ
ΣΑΣ ΕΥΧΟΜΑΣΤΕ ΤΡΙΓΩΝΑ ΚΑΛΑΝΤΑ!
Αν σας έδειχνα μια νυχτερινή φωτογραφία μπορεί να την πιστεύατε ή να την σχίζατε, ας είναι…, διότι αν δεν γνωρίζετε εσείς οι ίδιοι τα τοπία που αιχμαλώτισα στο φιλμ, θα το βρείτε πολύ δύσκολο να βιώσετε μια διαφορετική αλήθεια από αυτή που σας δίνω εγώ εδώ.
σε όνειρο σε άκουσα,
σε ένα κασετόφωνο,
που δεν έπαιζε κασέτες,
και στις στροφές δυνάμωνε,
λες και το έκανε επίτηδες,
σαν να ήθελε να απλώσω το χέρι μου,
και με το δάχτυλο να το χαιδέψω,
και κείνο να χαμηλώσει την ένταση,
μέχρι την επόμενη στροφή,
που πάλι θα μου φωνάξει:
ε! δεν είσαι μόνος σου,
είμαι και εγώ εδώ,
για πρόσεχε σε παρακαλώ.
ο κύριος Κυρίου,
το κάπα κεφαλαίο,
εκ Παρπαρίας Χίου,
λατρεύει το ωραίο.
ο κύριος Κυρίου,
κύριος πάνω απ' όλα,
είναι παιδί του ωδείου,
είναι μέσα σε όλα.
έχει δύο παιδιά,
που έχουν γίνει ίμο.
πολύ τα αγαπά,
έχει και μία λίμο.
έχει μεγάλο σπίτι,
έχει και καταθέσεις,
έχει μεγάλη μύτη,
έχει καλές προθέσεις.
έχει και ένα κότερο,
έχει πολλά λεφτά,
αλλά δεν ξέρει πιότερο,
τη λίμο αν αγαπά.
ο κύριος Κυριού,
έπαθε καρδιακό,
και έκανε ίου-ίου,
το ασθενοφορικό.
Εγώ κορίτσι μου γλυκό έχω εσένα αντί γι’ αυτά
τα μεγαλεία τα παλάτια τα λεφτά
Εγώ κορίτσι μου είμαι μια χαρά
να κλαις τον άλλονε ,λοιπόν,το φουκαρά!
μην καταργείτε την υπογεγραμμένη ιδίως κάτω από το ωμέγα είναι κρίμα να εκλείψει η πιο μικρή ασέλγεια του αλφαβήτου μας
σωστές επιρροές: Ντίνος Χριστιανόπουλος
έφτασε στης τήνου το λιμάνι,
για ένα τάμα που ήθελε να κάνει,
μήπως και η παναγιά τον αξιώσει,
το σώμα του στα πόδια να σηκώσει,
το καροτσάκι άφησε σε μια άκρη,
από τα μάτια άφησε ένα δάκρυ,
το σώμα του άφησε στο χώμα,
τα πόδια του δεν έγιαναν ακόμα,
σέρνοντας έφτασε στην εκκλησία,
και με τρεμάμενη φωνή είπε στην παναγία,
αν ήθελε και κείνη ,παρακαλεί, να τον αφήσει,
με τα πόδια του στο σπίτι να γυρίσει,
γύρισε πίσω στο λιμάνι,
το καροτσάκι την είχε κάνει,
θαύμα, θαύμα ανεφώνησε ο πιστός,
και γύρισε στο σπίτι του πεζός.
ο καλός μας ο καιρός,
ντύθηκε σαν μαραγκός,
έβαλε μολύβι στο αυτί.
καρέκλες φτιάχνει ανθεκτικές,
τις κοπανάει στις σκεπές,
να δει αν έχουν αντοχή.
πέρι λάθους πρόκειται,
δεν ξέρω, δεν υπόκειται,
στην αρμοδιότητά μου,
ανεβείται στο υπόγειο,
και πιείτε ένα Ανώγειο,
να γίνουμε όλοι άνω,
ααααχ το μυαλό μου χάνω,
νομίζω, τί νομίζω;
σίγουρα τα γνωρίζω,
από πρώτο χέρι,
αυτά εδώ τα μέρη,
που ανοίγονται εμπρός μου,
είναι ο εαυτός μου,
ή άλλος που μιλά;
ακρίβεινε το σινεμά,
θα δούμε πάλι τηλεόραση,
μαμά;

Δύο από τα καινούργια τραγούδια αφορούν ηρωικές φυσιογνωμίες της Λατινικής Αμερικής. Τον Μεξικανό υπολοχαγό του Ζαπάτα, Φορτίνο Σαμάνο, που εκτελέστηκε το 1917 απ' τον ομοσπονδιακό στρατό. Και τον «Ραμόν», όπως ήταν το ψευδώνυμο του Τσε Γκεβάρα. Ο τελευταίος δεν χρειάζεται συστάσεις. Ο Σαμάνο πάλι έγινε γνωστός περισσότερο κι από τους αγώνες του για την ιστορική φωτογραφία, που του τράβηξε, δευτερόλεπτα πριν να εκτελεστεί, ο Agustin Victor-Casasola: ο νεαρός αντάρτης ακουμπά μάγκικα στον πέτρινο τοίχο με ένα τσιγάρο στα χείλη, σχεδόν χαμογελώντας άφοβα στο φακό. Αυτή η φωτογραφία ενέπνευσε τον Παπακωνσταντίνου για ένα τραγούδι αφηγηματικό. Στον πρώτο στίχο μιλάει ο αντάρτης, στο δεύτερο ο εκτελεστής του και στον τρίτο το ρόλο του αφηγητή αναλαμβάνει το τσιγάρο. Θα το ακούσουμε σύντομα από τον Διονύση Σαββόπουλο. Ο δίσκος κλείνει με ένα τραγούδι για το Νησί της Αποκάλυψης, την Πάτμο.
Η λέξη «ΠΛΗΡΕΣ» όταν είμαι έξω και θα ήθελα μέσα να μπω
και η λέξη «ΕΞΩ!» όταν είμαι μέσα και δεν μου κάνει κέφι να βγω.
Η λέξη «ΦΥΓΕ!» όταν θέλω να μείνω εκεί που είμαι ακόμα για λίγο
και η λέξη «ΠΕΡΙΜΕΝΕ!» όταν βιάζομαι και πρέπει να φύγω.
Οι λέξεις «ΑΝΤΕ ΞΥΠΝΑ!» όταν του καλού καιρού κοιμάμαι
κι όταν τεμπελιάζω οι λέξεις «ΕΛΑ, ΠΑΜΕ!».
Αλλά απ' όλες τις λέξεις τις κακές εκείνη που επιθυμώ να καταργήσω
είναι η λέξη «ΣΩΠΑ!» όταν πρέπει να μιλήσω.
σωστές επιρροές: Ευγένιος Τριβιζάς
Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή. Kόψ' τη φωνή σου. Σώπασε επιτέλους.
Κι αν ο λόγος είναι αργυρός. Η σιωπή ειναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί.
Έκλαιγα,γέλαγα,έπαιζα μου λέγανε: Σώπα.
Στο σχολείο μού κρύψανε την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε :"εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα."
Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
"κοίτα μην πείς τίποτα. Σώπα."
Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα εικοσί μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
"Τι σε νοιάζει ;", μου λέγανε,"θα βρείς το μπελά σου, σώπα".
Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι.
"Μη χώνεις τη μύτη σου παντού, κάνε πως δεν καταλαβαίνεις ,σώπα"
Παντρεύτηκα , έκανα παιδιά, και τα' μαθα να σωπαίνουν. Η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική και ήξερε να σωπαίνει.Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε "Σώπα".
Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
"Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα.Σώπα"
Μπορεί να μην είχαμε με δ'αύτους γνωριμίες ζηλευτές
με τους γειτονες,μας ένωνε , όμως, το Σώπα.
Σώπα ο ενας,σώπα ο άλλος, σώπα η επάνω, σώπα η κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι, οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσά μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του "Σώπα".
Και μαζευτήκαμε πολλοί.
Μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη ,αλλά μουγκή.
Πετύχαμε πολλά,φτάσαμε ψηλά,μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ ευκολα , μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το Σώπα.
Μάθε το στη γυναίκα σου,στο παιδί σου,στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
και κάν'την να σωπάσει. Κόψ'την σύρριζα.Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απο
το βραχνά να μιλάς, χωρίς να μιλάς. να λές "έχετε δίκιο,είμαι σαν κι εσάς";
Αχ!Πόσο θα 'θελα να μιλήσω ο κερατάς.
και δεν θα μιλάς ,θα γίνεις φαφλατάς ,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .
Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ'την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμησεις
Κόψε τη γλώσσά σου.
Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
γιατί νομίζω πως θα'ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψιθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που
θα μου λέει:
ΜΙΛΑ!
σωστές επιρροές: Aziz Nesin
"έχει πάει 7μιση και ακόμα να φανεί."
ο νικόλας έμενε μόνος του στο σπίτι.
και τις σπάνιες φορές που έβγαινε από το σπίτι για να πληρώσει τους λογαριασμούς κάθε δίμηνο, πάλι μόνος του ήταν.
μόνο με την ανθούλα δεν ήταν μόνος.
αλλά η ανθούλα δεν έμενε στο σπίτι.
μόνο κάθε πέμπτη στις 7 ερχόταν για να προετοιμαστεί για το προφίσενσι.
αλλά εκείνη την πέμτη είχε αργήσει και μάλλον δε θα ερχόταν, γιατί ούτε την προηγούμενη πέμπτη είχε έρθει,
και άρχισε να βρέχει μια ασταμάτητη βροχή.
τράβηξε λίγο την κουρτίνα και κοίταξε έξω από το παράθυρο.
είδε το νικήτα και μετά κοίταξε το ρολόι του. έδειχνε 8 και είκοσι.
ο νικήτας ερχόταν τρέχοντας. όχι γιατί βιαζόταν μην αργήσει στο μάθημα,
αλλά γιατί έβρεχε καταρρακτωδώς. μια βδομάδα έριχνε καρέκλες.
έμεινε να κοιτάζει από το παράθυρο το νικήτα που περίμενε στη βροχή να ανοίξει την εξώπορτα. μετά τον κοίταζε που έφευγε με αργό βήμα χωρίς να νοιάζεται για την βροχή που ολοένα και δυνάμωνε.
"τον κακομοίρη, του στοίχισε πολύ που έχασε το μάθημα. και δεν του φαινόταν"
δεν άνοιξε ούτε στο μήτσο στις 9, ούτε στον κυριάκο στις 10. καθόταν και τους κοίταζε από το παράθυρο να έρχονται μέχρι την εξώπορτα και να φεύγουν θλιμμένοι και βρεγμένοι μες στη νύχτα.
τους συμπονούσε γιατί και αυτός έτσι ένιωθε.
η βροχή δεν σταμάτησε καθόλου. ο νικόλας τράβηξε μια πολυθρόνα κοντά στο παράθυρο τράβηξε και την κουρτίνα και κοίταζε μία τον κόσμο έξω στο δρόμο, και μία τη βροχή. ώσπου τον πήρε ο ύπνος.
το μεσημέρι που ξύπνησε ήταν ακόμα βράδυ. οι ακτίνες του ήλιου, ανήμπορες να τρυπήσουν τα παχιά σύννεφα, δεν έφταναν μέχρι το σπίτι του.
ο νικόλας δεν έχασε τίποτα που δεν χτύπησε το ξυπνητήρι του να τον ξυπνήσει.
αλλά παραξενεύτηκε γιατί το είχε κουρδίσει μόλις την προηγούμενη μέρα.
το ξυπνητήρι είχε γίνει καφέ από τη σκουριά, όπως και ο σιδερένιος καλόγερος, το τηγάνι του, τα κουμπιά του σακακιού του και το μαχαιροπίρουνό του.
ο νικόλας σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και έψαξε για γυαλόχαρτο.
έξυσε το τηγάνι του και τηγάνισε δυο αυγά. μετά έξυσε το μαχαιροπίρουνό του και τα έφαγε. έξυσε τα κουμπιά του σακακιού του για να το φορέσει γιατί η υγρασία ήταν ανυπόφορη. μόλις έβγαλε την πιτζάμα του όμως έκπληκτος κοίταξε τη σκουριασμένη του κοιλιά. του φάνηκε λογικό να την ξύσει με το γυαλόχαρτο.
αφού τελείωσε με την κοιλιά είδε ότι και τα χέρια του είχαν σκουριάσει. έξυσε πρώτα το αριστερό με το δεξί και μετά το δεξί με το αριστερό. αλλά σκουριασμένα ήταν και τα πόδια του. αφού τελείωσε και με τα πόδια κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
τα αυτιά του και το πηγούνι του είχαν σκουριάσει. τα έξυσε και αυτά. στον καθρέφτη κοίταξε το στήθος του.
έξυνε με μανία το στήθος του, αλλά στο μέρος της καρδιάς δεν καθάριζε με τίποτα. έξυνε, έξυνε, έξυνε. η σκουριά είχε ποτίσει πολύ βαθιά. και όσο πιο πολύ έξυνε τόσο πιο καφέ γινόταν. σαν να είχε σκουριάσει από μέσα. από την καρδιά.
ο νικόλας πόναγε αλλά δεν σταματούσε. το γυαλόχαρτο γέμισε αίματα και σκούριασε, το χέρι του γέμισε αίματα και σκούριασε, το χαλάκι σκούριαζε όπου έπεφτε το αίμα. ένιωσε να τραντάζετε ολόκληρος και άκουσε την φωνή της ανθούλας που τον φώναζε.
"έλα νικόλα ξύπνα, την έγραψα την έκθεση έλα ξύπνα. γιατί τρίβεις το στήθος σου;"
ο νικόλας άνοιξε τα μάτια του και είδε την ανθούλα που γελούσε. πήρε το χέρι του από το στήθος του και το ακούμπησε στο δικό της.