Αν σας έδειχνα μια νυχτερινή φωτογραφία μπορεί να την πιστεύατε ή να την σχίζατε, ας είναι…, διότι αν δεν γνωρίζετε εσείς οι ίδιοι τα τοπία που αιχμαλώτισα στο φιλμ, θα το βρείτε πολύ δύσκολο να βιώσετε μια διαφορετική αλήθεια από αυτή που σας δίνω εγώ εδώ.

20.6.08

εξεταστική

έφτασε η εξεταστική.
ο νικόλας κάθεται και διαβάζει.
κάθεται στην πολυθρόνα που πήρε από το πράκτικερ και διαβάζει τις σημειώσεις που πήρε από το θανάση, το συνάδελφο που παρακολουθεί το μάθημα, γιατί ο νικόλας δεν έχει δικές του σημειώσεις, όλο το χρόνο σαχλαμάριζε, έπινε φραππέδες στην πλατεία, μπύρες στην πλατεία, και μετά γύρναγε σπίτι και καθόταν και κοίταζε το ταβάνι.
αλλά επειδή ο νικόλας μπορεί να είναι παιδί τζιμάνι και να μην παρακολουθεί μαθήματα, αλλά είναι παιδί τζιμάνι και τα παίρνει τα γράμματα, και ας είναι αλλονών.

όλα καλά.
μέχρι τα ντεσιμπέλ να του χτυπήσουν το παράθυρο:

ΜΕΤΑΝΟΙΩΝΩ, ΚΑΘΕ ΩΡΑ ΚΑΙ ΣΤΙΓΜΗ, ΜΕΤΑΝΟΙΩΝΩ, ΠΟΥ ΣΕ ΑΓΑΠΗΣΑ ΠΟΛΥ ΚΑΙ ΠΗΡΑ ΠΟΝΟ, ΜΕΤΑΝΟΙΩΝΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩ.

και τα πράγματα αλλάζουν.
ο νικόλας είναι παιδί τζιμάνι.
όταν διαβάζει διαβάζει.
συγκεντρώνεται ρε παιδί μου.
και άμα τα ντεσιμπέλ χτυπούν το παράθυρο, ε τότε αποσυγκεντρώνεται.

σηκώνει τα μάτια από τις σημειώσεις και κοιτά το ρολόι στον τοίχο.
η ώρα είναι 11 το πρωί. 11 το πρωί γαμώ την τρέλλα μου.
τι διάολο, ποιός μετανοιώνει 11 το πρωί; είναι δυνατόν να μετανοιώσεις τόσο πρωί; κάτσε να πέσει ο ήλιος, να δροσίσει, να πιεις τις μπυρίτσες σου, μια δυο τρεις και μετά μετάνοιωσε.
αλλά όχι 11 το πρωί με τη σκούπα στο χέρι ή με την κουτάλα που ανακατέβεις το φαΐ...

ήμαρτον.

εκτός κι αν...

σκέφτεται ο νικόλας, γιατί ο νικόλας είναι παιδί τζιμάνι και τα αναλύει τα ερεθίσματα και η φαντασία του οργιάζει, και αφού πηδήχτηκε που πηδήχτηκε η φάση με το διάβασμα το πάει αλλού.

εκτός κι αν, λοιπόν, η τύπισα που το ακούει έχει σκουπίσει, έχει σφουγγαρίσει, έχει μαγειρέψει και μετά έχει μετανοιώσει.


τί διάολο; αναρωτιέται... τί διάολο, εγώ άλλα όνειρα είχα... τι μιζέρια είναι αυτή. άντε να πούμε.

οπότε βάζει το ποτάκι της. 11 η ώρα το πρωί. γιατί κύριε νικόλα; σου φαίνεται παράξενο; βάζει το ποτάκι της, βάζει τη μουσικούλα της, βάζει κι άλλο ποτάκι, κι άλλο, κι άλλο, και κατά τις δύο που γυρνά ο κύριος του την ανάβει. του τινάζει τα μυαλά στον αέρα. τον ποτίζει ποντικοφάρμακο,
γιατί; καλά να πάθει ο πρόστυχος.

και μετά ακούει και ευχαριστιέται το επόμενο στο πλέηλιστ:

ΘΑ ΒΡΕΘΕΙ ΑΛΛΟΣ ΝΑ ΑΓΑΠΑ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ, ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΣ ΠΟΛΥ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΤΟΥ ΕΙΣΑΙ.

αυτά είναι...

29.5.08

καλοκαίρι

λεωφορεία που αδειάζουν στην πλατεία,
καφενεία που γεμίζουν πελατεία,
τις σκηνές στον ώμο,
στον καφτό το δρόμο,
τα ρολόγια σταματάνε στις οχτώ,
είναι η ώρα που θα δουν τον τελικό,
ποδαράκια που κλωτσάνε ένα γκολ,
στην ταμπέλα το κλειδί του σολ.

2 μεζούρες λευκό ρούμι
1 λάιμ κομμένο σε έξι κομμάτια
1/2 μεζούρα σιρόπι ζάχαρης
Φυλλαράκια μέντας

ο καιρός περνά τη μέρα,
φαίνεται στα χέρια που μαυρίζουν,
τον μετράμε με παγωτά και μπάνια,
και τα βράδια σταματάει,
σε όσα κρύβεις κάτω απ' το μαγιό.

πετονιές μες τα πανέρια,
το χεράκι σου υψωμένο ως τα αστέρια,
μια πορεία καθορίζει,
καλοκαίρι μου μυρίζει.

με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι
καθρεφτάκια και μια θάλασσα που τρέμει
στο ταβάνι και τους γύψους μεσημέρι
με τον κούκο μέσ' τα πεύκα και στ' αμπέλι
στόμα υγρό, μικροί λαγώνες.

23.5.08

Είμαι γυφτάκι

Είμαι γυφτάκι στην Πανεπιστημίου
με τα τραγούδια-πατσαβούρια μου γυαλίζω το παμπρίζ
και τα όνειρά σας
σε στάσεις λεωφορείου
με τα λουλούδια τα κουλούρια μου πουλάω και την ψυχή μου
στα παιδιά σας
σε τάφους γυμνασίου
τα σουσαμένια μου μπουμπούκια βουτηγμένα σε χολή
γλώσσα σφουγγάρι
δαίμων του κυλικείου
στο μαυροπίνακα καρφώνω τους σπασίκλες μαθητές
και τα τσιράκια
του άρχοντα ηλιθίου
τους κοπαδίτες τους μουγγούς τους σιωπηλούς πλειοψηφούντες
δουλειές με φούντες
μπαίνω με τα τσαρούχια
στο σαλονάκι της Ευρώπης μια ζωή πρετ-α-πορτέ
με περιμένει

Κάνω παιγνίδι με λόγια και με νότες
έχω κρυμμένα τραγουδάκια στα μανίκια στα μπατζάκια
γητεύω κότες
άγουρα κοριτσάκια
και τα φυτεύω στο κρεβάτι με τα κέρατα να εξέχουν
στα τασάκια
από έρωτες καπότες
με γουρουνάκια κουμπαράδες να κυλιέμαι στα λεφτά
βαράω κουδούνι
στης καφετζούς τις πόρτες
η σκονισμένη νεολαία σαβανωμένη συνολάκια
κάνει νάζια
σε ντισκοκαρμανιόλες
θεατές και νικημένοι ονειρώξεων λεκέδες
είσαστε όλες
ένα μάτσο βιόλες
σας σιχάθηκε η ψυχή μου καρκινάκια του πλανήτη
σκατοκαριόλες

7.5.08

όταν κοιμάμαι δίπλα σου,
βλέπω στον ύπνο μου,
τους σκλάβους των αιγύπτιων βασιλιάδων,
να χτίζουν το θησαυρό σε μυστικό σημείο,
και μετά να τους τρώνε οι κροκόδειλοι,
για να μην το φανερώσουν σε κανέναν,

μετά ξυπνάω και κοιτάω κάτω από το κρεββάτι.