το ακκορντεόν
το καλοκαίρι ο νικόλας ζήτησε για τα χριστούγεννα ένα ακκορντεόν.
όταν τον ρωτήσαμε τί το ήθελε μας είπε ότι το ήθελε για τα κάλλαντα.
την προπαραμονή ο μπαμπάς του έφερε ένα μεταχειρισμένο ακκορντεόν με κουμπιά,
αντί για πλήκτρα του πιάνου, προς μικρή απογοήτευση του νικόλα.
είχε εξασκηθεί σε ένα πιανάκι που είχε ζωγραφίσει στο χαρτί,
αλλά δεν πτοήθηκε.
μέχρι το απόγευμα είχε μάθει να παίζει τα κάλλαντα των χριστουγέννων και της πρωτοχρονιάς στο μικρό μπαντονεόν του, σαν επαγγελματίας.
βγήκε και των φώτων να τα πει αλλά φαινόταν απογοητευμένος.
όταν τον ρωτήσαμε μας είπε ότι ο κόσμος δεν ήταν ευχαριστημένος με την απόδοσή του,
και ότι δεν είχε μαζέψει όσα λεφτά χρειαζόταν.
δεν τον ρωτήσαμε τί τα ήθελε τα λεφτά γιατί φαινόταν ότι δεν ήθελε να μιλήσει για αυτό.
του αη νικόλα ξύπνησε με ένα φωτεινό χαμόγελο και ευχαριστηθήκαμε που τον είδαμε έτσι.
στο πρωινό ζήτησε από τη μαμά να πει στις θείες να μην του πάρουν δώρο πουλλόβερ, αλλά να κρατήσουν τα λεφτά στις τσάντες τους, και να τις πάρουν μαζί τους το βράδυ που θα έρθουν για τα χρόνια πολλά.
και έτσι και έγινε.
το βράδυ ο νικόλας έπαιξε στο μπαντονεόν του το άστα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα,
το σ΄ αγαπώ γιατί είσαι ωραία και έκλεισε με τα παιδιά του πειραιά.
οι θείες ενθουσιασμένες άνοιξαν τις τσάντες τους και άφηναν μία μία τα λεφτά για τα πουλλόβερ στο δισκάκι του νικόλα, που το περιέφερε σαν επαγγελματίας μέσα στο σαλόνι.
μετά ο νικόλας έφαγε την καρυδόπιτά του απογοητευμένος.
πάλι δεν είχε μαζέψει όσα λεφτά χρειαζόταν.
από την επόμενη κυριακή και όλες τις κυριακές μέχρι την τελευταία κυριακή του ιουνίου εκτός της κυριακής του πάσχα, ο νικόλας δεν ερχόταν μαζί μας στο ποτάμι που πηγαίναμε για καβούρια.
καθόταν στο πεζοδρόμιο κάτω από το σπίτι και έπαιζε λαϊκά τραγούδια στο μπαντονεόν του.
ο κόσμος που περνούσε του άφηνε κέρματα στο δισκάκι.
είχαμε καταλάβει ότι μάζευε λεφτά για κάτι, αλλά δεν ήθελε να μας πει γιατί. ο μπαμπάς προβληματιζόταν με την εμμονή του νικόλα και φοβόταν μήπως παραμελούσε τα μαθήματά του για να μαθαίνει καινούργια λαϊκά τραγούδια στο μπαντονεόν. ο νικόλας έφτασε να παίζει και να τραγουδά όλο το ρεπερτόριο της σοφίας βέμπο, του γούναρη και του σουγιούλ.
τα είχε ξεσηκώσει από τις κασέτες της μαμάς.
είχε αντιληφθεί την ανησυχία του μπαμπά και για αυτό διάβαζε διπλά για το σχολείο γιατί φοβόταν μήπως αν δεν πήγαινε καλά ο μπαμπάς θα του έπαιρνε πίσω το μπαντονεόν του.
έτσι η δασκάλα του είχε ενθουσιαστεί και ο μπαμπάς έφευγε διπλά απορημένος παρά ευχαριστημένος από το γραφείο της.
η μαμά εκμεταλλευόταν την εμμονή του νικόλα με το μπαντονεόν και τον απειλούσε πως αν δεν την βοηθούσε στις δουλειές του σπιτιού θα του κλείδωνε το μπαντονεόν στο πατάρι.
έτσι ο νικόλας έμαθε να σκουπίζει, να σφουγγαρίζει, να σιδερώνει μέχρι και να μαγειρεύει φασολάκια στην κατσαρόλα.
το βράδυ έπεφτε νωρίς να κοιμηθεί εξαντλημένος από το διάβασμα, τις δουλειές του σπιτιού και την εξάσκηση στο μπαντονεόν, ενώ εμείς πηγαίναμε σινεμά.
την πρώτη βδομάδα του ιουλίου που ο μπαμπάς έπαιρνε την άδεια του, πηγαίναμε σε ένα κάμπινγκ κοντά στο ναύπλιο.
ο νικόλας άφησε το μπαντονεόν σπίτι.
όταν φτάσαμε στο κάμπινγκ βοήθησε τον μπαμπά να στήσει τη σκηνή, έδεσε την αιώρα μου στο δέντρο και ήρθε να μας βρει στη θάλασσα.
το μεσημέρι εξαφανίστηκε.
εμφανίστηκε το απόγευμα στην παραλία ντυμένος δύτης με πλήρη εξάρτηση.
στολή, μάσκα, βατραχοπέδιλα και κουβαλούσε στην πλάτη μια μπουκάλα οξυγόνου.
όταν τον ρωτήσαμε μας είπε ότι τα είχε αγοράσει από την κυρία μαρία.
ήταν του άντρα της που πέθανε πέρσυ.
μας είπε ότι δεν θα ξαναέπαιζε μπαντονεόν ποτέ στη ζωή του και βούτηξε ευτυχισμένος.

5 σχόλια:
Όμορφο Σπυράκο, μπράβο.
ε άμα δε σε παινέσει το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει.
και μετα μου λες δεν μπορεις να κανεις 5 σελιδη εργασια
o nikolas poios einai?
πάει ο νίκολααααααααααααας,
ααααααααααααααχ,
νικόλααααααααααααα μοουουουουουου.
γιατί πουλάκι μου;
Δημοσίευση σχολίου