Αν σας έδειχνα μια νυχτερινή φωτογραφία μπορεί να την πιστεύατε ή να την σχίζατε, ας είναι…, διότι αν δεν γνωρίζετε εσείς οι ίδιοι τα τοπία που αιχμαλώτισα στο φιλμ, θα το βρείτε πολύ δύσκολο να βιώσετε μια διαφορετική αλήθεια από αυτή που σας δίνω εγώ εδώ.

17.10.07

η τελευταία φάση

στην αρχή ο κοίταζαν ο ένας τον άλλον.
τα βράδυα ξάπλωναν στο κρεββάτι και κοίταζαν ο ένας τον άλλον.
κοιτάζονταν στα μάτια,
στα πόδια, στην πλάτη, στα χείλη, στην κοιλιά, στα μάτια.
δεν έπαιρναν τα μάτια τους από πάνω τους.

τώρα η γυναίκα του ήταν στην κουζίνα και αυτός στο σαλόνι.
αυτή καθόταν στο τραπέζι και κοίταζε τον τοίχο και αυτός καθόταν στον καναπέ και κοίταζε τηλεόραση. το ματς.
όταν μπήκε το πρώτο γκολ, άρχισε να φωνάζει σαν τρελλός.
γκοοοοοοοοοοοοοολ, γκοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοολ, γκοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοολ.

και από τις άλλες πολυκατοικίες:
γκοοοοοοοοοοοοοολ, γκοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοολ
ναιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι,

και μετά μπααααααααααααααμ, μπουυυυυυυυυυμ, μπαμ, μπαμ, μπαμ.
μπομπάκια, καραμπίνες, βεγγαλικά. χαμός.

στο 90 ισοφάρησαν.
ο άντρας της έβριζε.
όχι ρε γαμώτο, το μαλάκα, τί έφαγε ο μαλάκας ρε;
είναι μαλάκας, γαμώ το, γαμώ το , γαμώ το σπίτι του.


και από τις άλλες πολυκατοικίες εν χορώ:
γαμώ το, γαμώ το, γαμώ το, γαμώ το, γαμώ το.

τώρα η μπάλα ήταν στη σέντρα.
-έλα ρε, έλα ρε, συγκεντρωθείτε ρε.
ο επιθετικός κατέβαινε φουριάτος.
-έλα ρε, έλα ρε, έλα ρε.
εκείνη κατέβασε την καραμπίνα από το πατάρι,
ο επιθετικός έδωσε πάσα.
-έλα ρε, έλα ρε, έλα ρε.
εκείνη τράβηξε τον κόκκορα και τον σημάδεψε.
ο άλλος επιθετικός τράβηξε ένα γερό σουτ και έσκισε τα δύχτια.
-ναιιιιιιιιιιιιιιι, γκόοοοοοοοοοοοοοοοοοολ, γκόοοοοοοοοοοοοοοοοοολ
γκοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοολ
και από τις άλλες πολυκατοικίες:
γκοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοολ, γκοοοοοοοοοοοοοοοοολ, γκοοοοοοοοοοοοοοολ.
εκείνη περίμενε ψύχραιμα.
και μετά:
μπαααααααααααααααααμ, μπαμ , μπουμ, μπαμ μπαμ, μπαμ.

2 σχόλια:

Παπαρούνα είπε...

:D
μου θύμισες ένα τραγούδι της Αφροδίτης Μάνου: Το μήλο...

giagalaxidiakos είπε...

δεν το ήξερα, αλλά το βρήκα στο ίντερνετ. πολύ το ευχαριστήθηκα:

Το φως του φεγγαριού
σπασμένο απ' τις κουρτίνες
σε χίλιες ασημένιες σερπαντίνες
Το άρωμα του έρωτα σκορπίζει μες στη νύχτα

Κουράστηκα, της λέει, καληνύχτα
το χέρι της γλιστράει μηχανικά
στο στήθος, στο λαιμό του, στα μαλλιά
Φρόνιμα, λέει αυτός και τη φιλάει, γυρνάει στο πλάι

Η ανάσα του σιγά-σιγά βαραίνει
και 'κεινη τον ακούει και σωπαίνει
Όμως απόψε πάλι δε νυστάζει
και λύνει τ' άλογό της και καλπάζει

Και φεύγει για το άγνωστο, παρέα μ' έναν άγνωστο
το σώμα της λικνίζεται, ντρέπεται, βασανίζεται
κι ας είναι η απιστία της, μόνο στη φαντασία της
Ναι, στη φαντασία της

Στο βάθος οι σκιές του διαδρόμου
και ο μακρινός απόηχος του δρόμου
Το ξυπνητήρι δείχνει δώδεκα παρά
κι οι από πάνω ακόμα παίζουνε χαρτιά
Μα η νύχτα προχωράει και εκείνη δεν κοιμάται
Πού πήγε η ζωή της, δε θυμάται

Σηκώνεται προσεκτικά στις μύτες των ποδιών της
και βγαίνει τρομαγμένη απ' τ' όνειρό της
Πηγαίνει στο ψυγείο, το φαγητό είναι κρύο
Καλύτερα ένα μήλο, λέει και παίρνει ένα μήλο
Το μήλο στο 'να χέρι στο άλλο το μαχαίρι, το μαχαίρι

Αφήνει την κουζίνα βιαστικά, μην τύχει και ξυπνήσουν τα παιδιά
και τότε άρχισε να κλαίει στα σκοτεινά
Γιατί δεν είχε πια να πάει πουθενά
Το φως του φεγγαριού στο χρώμα της κουρτίνας

Κι αυτή με το μαχαίρι της κουζίνας
το αίμα από το στήθος του πετιέται σιντριβάνι
Στους τοίχους, στα σεντόνια, στο ταβάνι
Τα χέρια της δυο κόκκινα κλαδιά, ανεβοκατεβαίνουν σα σφυριά
Δεν κλαίει πια, δεν ακούει, ούτε μιλάει, χαμογελάει

Πολύ το ευχαριστήθηκε και έπεσε και κοιμήθηκε
Και το πρωί που ξύπνησε, τον χάιδεψε, τον φίλησε
Που γύρισε απ' τον θάνατο
να πάει στο μεροκάματο, στο μεροκάματο

Το βράδυ πάλι, με το φως του φεγγαριού
θα ξαναγίνει μια λεπίδα μαχαιριού
Γιατί όπως έλεγε και η μάνα της παλιά
Το μήλο πέφτει πάντα κάτω απ' τη μηλιά