η πίπα του πατού.
το πρωί ο πατός ξύπνησε από έναν πόνο στην κοιλιά.
και τώρα... πιπούλα, σκέφτηκε.
εντσικτωδώς έχωσε το χέρι κάτω από τα σκεπάσματα.
αντί όμως να πιάσει το πουλί του,
έπιασε κάτι πρωτόγνωρο,
ξαφνιασμένος σηκώθηκε όρθιος στο κρεββάτι και έστρεψε το βλέμμα χαμηλά,
Ωχ.
είπε.
Τί είναι αυτό, ρε;
ρώτησε.
Αυτό ήταν κάτι μαύρο που βρώμαγε σκατά.
Το πουλί μου, ρε; Πού είναι το πουλί μου; ρώτησε ο πατός τη σκατί μαυρίλα.
Το πουλί μου ρε μαλάκα, το πουλί μου, πού είναι το πουλί μου;
Θεέ μου, το πουλί μου...
Δεν υπήρχε αμφιβολία.
ο πατός, είχε πιάσει πάτο.

4 σχόλια:
το Ωχ με ωμεγα!
εχεις βγαλει και δημοτικο..
ήθελε να πει:
Οχ-ι, δεν είναι δυνατόν να μου συμβαίνει αυτό,
ξεπερνά κάθε λογική,
αλλά δεν πρόλαβε γιατί κόλλησε.
μπάσειπεριπτώση, το άλλαξα.
έγραψες το ωχ με όμικρον?
ε, έχεις πιάσει πάτο...
Δημοσίευση σχολίου