ο μιχάλης καθόταν σε ένα παγκάκι στην πλατεία του χωριού.
κοίταζε τους πρόσφυγες που διέσχιζαν ξυπόλητοι την πλατεία.
ο μιχάλης ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα, καλυμένος από μια πέτρα,
τούτοι δεν είναι άνθρωποι σκεφτόταν κοιτώντας τα αλεξίπτωτα που πέφταν στον ουρανό και έσφιγκε στο χέρι του το όπλο.
δεν είναι άνθρωποι μουρμούριζε κι ας μην είχε δει κανενός τα μάτια,
το αισθανόταν πως πολεμούσε εναντίον της απανθρωπιάς,
και σκεφτόταν τη γυναίκα του, τους συγχωριανούς του, τους δικούς του ανθρώπους.
πρέπει να πολεμήσω εγώ για τους ανθρώπους, γιατί τούτοι δεν πολεμούν για αυτούς.
δεν πολεμούσε για καμμιά πατρίδα, για κανένα σπίτι, για κανένα χωράφι. πολεμούσε την απανθρωπιά.
τώρα βλέπει για πρώτη φορά τα μάτια των μεταναστών. άνθρωποι είναι κι αυτοί σκέφτηκε,
ένα αμάξι πέρασε γρήγορα από πίσω του και έκανε το γύρο της πλατείας. μέσα μια οικογένεια,
η μουσική ήταν τέρμα. το αμάξι σταμάτησε μπροστά από μια ομάδα προσφύγων. ο πατέρας άνοιξε το παράθυρο και έφτυσε έναν από αυτούς που του ζήτησε λεφτά. βάλαν τα γέλια οικογενειακώς και έφυγαν τρέχοντας.
τούτοι δεν είναι άνθρωποι, σκέφτηκε ο μιχάλης και κοίταξε λυπημένος το άδειο χέρι του.
Αν σας έδειχνα μια νυχτερινή φωτογραφία μπορεί να την πιστεύατε ή να την σχίζατε, ας είναι…, διότι αν δεν γνωρίζετε εσείς οι ίδιοι τα τοπία που αιχμαλώτισα στο φιλμ, θα το βρείτε πολύ δύσκολο να βιώσετε μια διαφορετική αλήθεια από αυτή που σας δίνω εγώ εδώ.
3.7.09
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου