ένα πρωί
του γονικού μας το παράθυρο,
με τ' ανθισμένο του περβάζι,
σαν πλαίσιο εικόνας μου φαινότανε,
σαν μι' ανοιξή να οργιάζει.
αλλά μεσά του ο κόσμος φάνταζε,
με μιαν αχλή ντυμένος γάζα,
που των αιθέρων και της θάλασσας,
αντιφεγκίζαν τα γαλάζα.
μα ένα πρωί ξύπνησα ανήσυχος,
με μια βαθιά εντός μου λύπη,
για κάτι που ποτέ δε γνώρισα,
μα το νοιωθά όμως πως μου λείπει.
και κει που πάντα έλεγα νά μενα,
την ευτυχία για να προσμένω,
το αφυπνισμένο ένοιωσα είναι μου,
ένα πρωί φυλακισμένο.
και αχ του σπιτιού μας το παράθυρο,
που ευώδαε πάντα από το δυόσμο,
ένα πικρό πρωί μου φάνηκε,
ότι μου κρύβει όλο τον κόσμο.

2 σχόλια:
Ωραίο!
Σαν την ψευδαίσθηση των ...windows!
τώρα μόνο μπουμπούντου!
Δημοσίευση σχολίου