Αν σας έδειχνα μια νυχτερινή φωτογραφία μπορεί να την πιστεύατε ή να την σχίζατε, ας είναι…, διότι αν δεν γνωρίζετε εσείς οι ίδιοι τα τοπία που αιχμαλώτισα στο φιλμ, θα το βρείτε πολύ δύσκολο να βιώσετε μια διαφορετική αλήθεια από αυτή που σας δίνω εγώ εδώ.

1.11.07

η σκουριά

"έχει πάει 7μιση και ακόμα να φανεί."

ο νικόλας έμενε μόνος του στο σπίτι.
και τις σπάνιες φορές που έβγαινε από το σπίτι για να πληρώσει τους λογαριασμούς κάθε δίμηνο, πάλι μόνος του ήταν.
μόνο με την ανθούλα δεν ήταν μόνος.
αλλά η ανθούλα δεν έμενε στο σπίτι.
μόνο κάθε πέμπτη στις 7 ερχόταν για να προετοιμαστεί για το προφίσενσι.
αλλά εκείνη την πέμτη είχε αργήσει και μάλλον δε θα ερχόταν, γιατί ούτε την προηγούμενη πέμπτη είχε έρθει,
και άρχισε να βρέχει μια ασταμάτητη βροχή.

τράβηξε λίγο την κουρτίνα και κοίταξε έξω από το παράθυρο.
είδε το νικήτα και μετά κοίταξε το ρολόι του. έδειχνε 8 και είκοσι.
ο νικήτας ερχόταν τρέχοντας. όχι γιατί βιαζόταν μην αργήσει στο μάθημα,
αλλά γιατί έβρεχε καταρρακτωδώς. μια βδομάδα έριχνε καρέκλες.

έμεινε να κοιτάζει από το παράθυρο το νικήτα που περίμενε στη βροχή να ανοίξει την εξώπορτα. μετά τον κοίταζε που έφευγε με αργό βήμα χωρίς να νοιάζεται για την βροχή που ολοένα και δυνάμωνε.

"τον κακομοίρη, του στοίχισε πολύ που έχασε το μάθημα. και δεν του φαινόταν"

δεν άνοιξε ούτε στο μήτσο στις 9, ούτε στον κυριάκο στις 10. καθόταν και τους κοίταζε από το παράθυρο να έρχονται μέχρι την εξώπορτα και να φεύγουν θλιμμένοι και βρεγμένοι μες στη νύχτα.
τους συμπονούσε γιατί και αυτός έτσι ένιωθε.

η βροχή δεν σταμάτησε καθόλου. ο νικόλας τράβηξε μια πολυθρόνα κοντά στο παράθυρο τράβηξε και την κουρτίνα και κοίταζε μία τον κόσμο έξω στο δρόμο, και μία τη βροχή. ώσπου τον πήρε ο ύπνος.

το μεσημέρι που ξύπνησε ήταν ακόμα βράδυ. οι ακτίνες του ήλιου, ανήμπορες να τρυπήσουν τα παχιά σύννεφα, δεν έφταναν μέχρι το σπίτι του.
ο νικόλας δεν έχασε τίποτα που δεν χτύπησε το ξυπνητήρι του να τον ξυπνήσει.
αλλά παραξενεύτηκε γιατί το είχε κουρδίσει μόλις την προηγούμενη μέρα.
το ξυπνητήρι είχε γίνει καφέ από τη σκουριά, όπως και ο σιδερένιος καλόγερος, το τηγάνι του, τα κουμπιά του σακακιού του και το μαχαιροπίρουνό του.

ο νικόλας σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και έψαξε για γυαλόχαρτο.
έξυσε το τηγάνι του και τηγάνισε δυο αυγά. μετά έξυσε το μαχαιροπίρουνό του και τα έφαγε. έξυσε τα κουμπιά του σακακιού του για να το φορέσει γιατί η υγρασία ήταν ανυπόφορη. μόλις έβγαλε την πιτζάμα του όμως έκπληκτος κοίταξε τη σκουριασμένη του κοιλιά. του φάνηκε λογικό να την ξύσει με το γυαλόχαρτο.

αφού τελείωσε με την κοιλιά είδε ότι και τα χέρια του είχαν σκουριάσει. έξυσε πρώτα το αριστερό με το δεξί και μετά το δεξί με το αριστερό. αλλά σκουριασμένα ήταν και τα πόδια του. αφού τελείωσε και με τα πόδια κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
τα αυτιά του και το πηγούνι του είχαν σκουριάσει. τα έξυσε και αυτά. στον καθρέφτη κοίταξε το στήθος του.

έξυνε με μανία το στήθος του, αλλά στο μέρος της καρδιάς δεν καθάριζε με τίποτα. έξυνε, έξυνε, έξυνε. η σκουριά είχε ποτίσει πολύ βαθιά. και όσο πιο πολύ έξυνε τόσο πιο καφέ γινόταν. σαν να είχε σκουριάσει από μέσα. από την καρδιά.
ο νικόλας πόναγε αλλά δεν σταματούσε. το γυαλόχαρτο γέμισε αίματα και σκούριασε, το χέρι του γέμισε αίματα και σκούριασε, το χαλάκι σκούριαζε όπου έπεφτε το αίμα. ένιωσε να τραντάζετε ολόκληρος και άκουσε την φωνή της ανθούλας που τον φώναζε.
"έλα νικόλα ξύπνα, την έγραψα την έκθεση έλα ξύπνα. γιατί τρίβεις το στήθος σου;"

ο νικόλας άνοιξε τα μάτια του και είδε την ανθούλα που γελούσε. πήρε το χέρι του από το στήθος του και το ακούμπησε στο δικό της.

4 σχόλια:

sfixan_e-coli είπε...

ο μικρός νικόλας έχει φαγούρα δηλαδη?
ωραια κινηση παντως στο τέλος!

giagalaxidiakos είπε...

φάτε φαγουρόσκονη!

Ανώνυμος είπε...

Εσύ το έγραψες αυτό; Μήπως έχει σχέση με τις ιστορίες του μικρού νικόλα; Δεν μπορεί να είσαι τόσο ευρηματικός!! Αν είναι δικό σου θερμά συγχαρητήρια..

δεν υπαρχει κατι για το οποιο τιθεται θεμα είπε...

ωραιο τελος...