το έρεισμα
να είχα ένα παράθυρο,
να κοίταζε στο άπειρο,
και ακόμα παραπέρα.
ε, ρε τραγούδια θα’ γραφα,
που θα’ ταν από τ’ Άγραφα,
θα έγραφα όλη μέρα.
μα εδώ μες στο διαμέρισμα,
δεν βρίσκω ένα έρεισμα,
που να με συναρπάζει.
μέχρι που έρχεσαι εσύ,
και το γλυκό σου το φιλί,
με ανταριάζει.
και οι χοντροί οι τοίχοι μου,
που γάμαγαν την τύχη μου,
γεμίζουνε ρωγμές.
και όλα τα ξέφωτα του κόσμου,
απλώνονται με μιας εμπρός μου,
όλες του κόσμου οι κυριακές.
πουλάκια τιτιβίζουνε,
και οι βοσκοί σφυρίζουνε,
μέσα από τα ντουλάπια.
ρυάκια κελαρίζουν,
καράβια αρμενίζουν,
σε θάλασσα από χάπια,
τρεις ήλιοι βασιλεύουν,
κι οι γλάστρες μου θεριεύουν,
και δέντρα ξεφυτρώνουν.
έλατα κέδροι μυγδαλιές,
πορτοκαλιές και λεμονιές,
αγρότες που οργώνουν.
και σε ρωτάω λογικά,
σε ογδόντα τετραγωνικά,
ο κόσμος θα χωρέσει;
και γίνεται το έλα να δεις,
όταν ματάκια μου, μου πεις,
ότι σ’ αρέσει.

3 σχόλια:
ωραιο δικε μου, δικο σου ειναι?
δικέ μου είναι δικό μου!
Κάτι τέτοια βλέπω καμιά φορά στους εεφιάλτες μου.
Ευτυχώς ξυπνώ κι ο Ψηλορείτης είναι στη θέση του.
Δημοσίευση σχολίου