Αν σας έδειχνα μια νυχτερινή φωτογραφία μπορεί να την πιστεύατε ή να την σχίζατε, ας είναι…, διότι αν δεν γνωρίζετε εσείς οι ίδιοι τα τοπία που αιχμαλώτισα στο φιλμ, θα το βρείτε πολύ δύσκολο να βιώσετε μια διαφορετική αλήθεια από αυτή που σας δίνω εγώ εδώ.

31.12.13

κάρτα χριστουγέννων

αφού έγραψε τη διεύθυνση στον φάκελο μπήκε μέσα και σφραγίστηκε. περίμενε δύο εβδομάδες. ο φάκελος άνοιξε. πήγε και ακούμπησε στον τοίχο. και το κορμί μου ζεστάθηκε.

14.9.13

Επιβεβαιώστε

σε παρακαλώ, μη μου πεις τί κατάλαβες, μη με ρωτήσεις αν κατάλαβα εγώ ούτε τί κατάλαβα. ρώτησέ με λίγο πριν πεθάνω. τότε θα σε ακούσω, τότε θα σου μιλήσω. μη μου αποδείξεις τίποτα σε παρακαλώ, μη με κλείσεις σε μία φυλακή χωρίς φως, το ίδιο κάνω και εγώ.
αν επιμένεις μπορείς να μου πεις μία ιστορία, μόνο αν ξέρεις μόνο την αρχή.
σε παρακαλώ μην είσαι σίγουρος.
σε παρακαλώ μη γίνεις ένα νούμερο,
μία αφαίρεση, μία στατιστική,
μην πρωτοκολληθείς,
σε δείξουν οι ειδήσεις,
σημαία σε προεκλογικό αγώνα,
κεφάλαιο του ευαγγελίου,
διαταγή σε πόλεμο,
μην επιβεβαιωθείς, μην είσαι βέβαιος σε παρακαλώ,
το μόνο που επιβεβαιώνεται είναι ο θάνατος, είσαι νεκρός;
"δεν είμαι σίγουρος για τίποτα παρά μόνο για όταν κοιτάω τα αστέρια και ονειρεύομαι".
Βλέπω ένα μεγάλο καραβάνι να διασχύζει την έρημο, τη γεμάτη άμμο. Και το οδηγεί ένας γέρος βερβερίνος. Και αυτός ο γέρος άνθρωπος είναι τυφλός.
Το καραβάνι σταματά, επειδή κάποιοι πιστεύουν ότι χάθηκαν και επειδή βλέπουν μπροστά τους τα βουνά. Κοιτάζουν μάταια την πυξίδα.
Τότε ο τυφλός οδηγός παίρνει μία χούφτα άμμο και τη δοκιμάζει, σαν να είναι τροφή.
Παιδιά μου, λέει ο τυφλός, κάνετε λάθος, μπροστά μας δεν είναι κανένα βουνό, είναι μόνο η φαντασία σας. Ας συνεχίσουμε προς τον βορρά.
Ακολουθούν την οδηγία του γέρονται και τελικά φτάνουν στον βορρά,
και εδώ ξεκινάει η ιστορία, αλλά τί γίνεται μετά δεν ξέρω, ξέρω μόνο την αρχή.

8.9.13

Αστρική Αναφορά

Στο στρώμα,
το αριστερό χέρι περασμένο πάνω από το κεφάλι, 
το δεξί πόδι λυγισμένο έτσι που 
η πατούσα ακουμπάει πίσω στο γόνατο, 
σε μία χορευτική στάση.

Ευθεία επάνω ένα άνοιγμα στο ταβάνι,
ο ουρανός και λαμπερά αστέρια παρά το φως της πόλης.

Ένα κομμάτι πυτζάμας πιασμένο σε μία βέργα που εξέχει,
σκόνη στα μαλλιά και φτερά νυκτόβιων πουλιών.

Στο άνοιγμα προβάλλουν κάμερες και φωτογραφικά φλας,
σημαδεύουν τυχαία σημεία στο χώρο και τα αποτυπώνουν σε μηχανές χωρίς φιλμ. Δημοσιογραφικά κασεττόφωνα ηχογραφούν
τα τσαφ και κλικ. Οι δημοσιογράφοι παίρνουν συνέντευξη ο ένας στον άλλον.

-Ξέρατε τίποτα; Είχατε ακούσει τίποτα; Σας τράβηξε καθόλου την προσοχή όλο αυτό τον καιρό το τίποτα; Μιλήστε μας για το τίποτα.

Ερωτήσεις και μία προστακτική στο τέλος. Καμμία απάντηση.

Το σώμα στο κρεββάτι:
Τα βλέφαρα ορθάνοιχτα. Οι κόρες διεσταλμένες. Στο ένα αυτί γρατζουνιές από γυναικείες φωνές. Από το άλλο τρέχει αίμα.

Ο αστυνόμος καταγράφει την αναφορά του. Έχει ήδη συμπληρώσει εικοσιμία σελίδες. Ξέρει ότι πρέπει να γράψει άλλες έξι αλλά δεν του φτάνουν οι λέξεις. Σε μία κίνηση απελπισίας τραβάει τα φωνήεντα. Πάλι δεν τα καταφέρνει. Τελικά, γράφει ένα τραγούδι που άκουσε τραβώντας το σίγμα
ακολουθώντας την πορεία του σώματος
από τα αστέρια
στο όνειρο
μέσα από το άνοιγμα στο ταβάνι
μέχρι το στρώμα
και του φτάνει

15.7.13

ενηλικιώθηκα: μπήκα στην κατάσταση όπου κανείς δεν μπορεί πραγματικά να με εμποδίσει να κάνω βλακείες.

3.9.12

Σήκω Αντρέα

2.8.12

Ακυβέρνητες Πολιτείες


Μάτια που σε κοιτούνε και δε σαλεύουνε. Μάτια που μαλώνουνε. Η βροχή δυνάμωσε κι ο κόσμος σκοτείνιασε. Το παιδί με την προβιά. Θα του κόψει τουλάχιστο να χωθεί σε καμιά πόρτα για να μη βρέχεται; Αχ, παιδί μου Σταμάτη, αχ Καλλιόπη και Ουρανία, αχ κύρη τους εσύ που τους τα έμαθες αυτά. Γιατί γουμάρια; Γιατί κουρμπάτσι; Εκεί που είναι ο πόνος κι ο ιδρώτας και τα δάκρυα, εκεί δεν είναι ο άνθρωπος; Γιατί λοιπόν σκάβετε ένα χαντάκι και χωρίζεστε; Πού θα σας βγάλουν αυτά τα μυαλά; Τρέμω. Θα ‘θελα να μη ζω. Να μη δούνε τα μάτια μου. Θα έρθει μέρα. Βλέπω κόσμο να στριμώχνεται στις προκυμαίες με βουνά γύρω τους τις βαλίτσες και τους μπόγους και τα στρώματα. Και πίσω τους τάφοι γονιών, προγόνων, τάφοι μικρών παιδιών αφημένοι στο έλεος του Θεού. Δίχως καντήλι, δίχως έναν κουβά νερό να ξεδιψάσουν τα κόκαλά τους. Κι όλο το μόχθο, τις γιορτές, τις αγκούσες, πενήντα, ογδόντα, εκατό χρόνων, να θαρρείτε πια πως τις παίρνετε μαζί σας γιατί καρφώσατε όπως όπως μέσα σε σανιδένια μπατάλικα σεντούκια τα έπιπλα και το ρουχισμό και τα σκεύη σας και τίποτε θυμητικά μικροπράγματα. Και θα νομίζετε πως μια και κουβαλήσατε τα πράματα σώσατε μαζί τους τη χαρά και τους έρωτες και τις ελπίδες και τα μεθύσια. Τίποτα δε σώσατε. Μόνο άψυχα πράματα που κάποτε σταθήκαν μάρτυρες. Θα τα στήσετε κάτω από άλλον ουρανό και θα δείτε πως δε θα σας μιλούν, δε θα σας λένε αυτά που περιμένετε. Γιατί θα τα ζεσταίνουν άλλα χνώτα, άλλα βλέμματα, άλλες φωνές. Μη χάνεστε κι ακούστε που σας λέω. Μια ζωή που έζησες, την έζησες, δεν τη βρίσκεις αλλού. Γιατί την έζησες μέσα σε μυρουδιές, μέσα σε φώτα, μέσα σε ήλιους και βροχές, μέσα σ’ ανθρώπους. Κι αυτά όλα θα μένουν πίσω σου και θα τ’ αναζητάς. Θα τριγυρίζετε σαν άταφοι νεκροί που ζητούν ένα λάκκο να πέσουν μέσα να ξεκουραστούν. Και τα γουμάρια και το κουρμπάτσι θα βρίσκονται πίσω σας μίλια και σεις πια μήτε θα τα θυμόσαστε. Εγώ, θα λέτε, να ξεραθεί το στόμα μου αν είπα ποτέ τέτοιο λόγο. Μα τον είπατε, είναι γραμμένος στον αέρα, πάνω στους τοίχους των σπιτιών, μέσα στις φυλλάδες που βγάζατε. Και τούτοι οι άνθρωποι, όσο πονετικοί κι αν είναι, πώς θέτε να τον ξεχάσουνε; Θα τον θυμούνται και θα σας τον θυμίζουνε και σεις θα μετανοιώνετε πικρά. Γι’ αυτό σας λέω μη, μη όσο είναι καιρός.

Θα λέτε: μάνα, και τούτη τη λεκάνη, πίσω μας θα την αφήσουμε; Να σας πω για τη λεκάνη. Το άσπρο σμάλτο της από μέσα είναι τσουκαρισμένο στον πάτο, μια μαύρη ξεγδαρματιά που μεγαλώνει με τα χρόνια, γι’ αυτό θέλει προσοχή στο σαπούνισμα. Έτσι την αγόρασα, μισοτιμής. Αυτού μέσα έπλυνα τα μωρουδιακά σας, από Μιχάλη ως Νίκο, τριάντα χρόνια, μάλιστα. Πώς θαρρείτε πως στήνεται νοικοκυριό άμα ζεις μεροδούλι μεροφάι; Αυτό που αγοράζεις κόβοντας απ’ το ψωμί σου, το καμαρώνεις, το προστατεύεις, γαντζώνεσαι πάνω του. Και το κουβαλάς, απ’ το ισόγειο της Μπαλάξα στο μονόροφο του λαβύρινθου με τα πολλά καφασωτά κι από κει εδώ, κι από δω ποιος ξέρει πού, με τα μυαλά που πηγαίνετε. Ακούς εκεί, γουμάρια! Δεν τη θυμάστε φαίνεται τη λεκάνη γεμάτη ως τη μέση με το αίμα της Ουρανίας. Τη θυμάστε; Ήτανε νύχτα του Οχτώβρη, ζεστή. Το κοριτσάκι από τ’ απόγεμα, σα γύρισε από το σκολειό, παραπονιόταν: Ένα βάρος, μαμά, στο κεφάλι μου. Τη βάλαμε κάτω και πλάγιασε νωρίς. Θατανε εννιά, θάτανε δέκα; Ο ποδηλατάς κάτω είχε στήσει το τάβλι στο φως της ασετυλίνης κι έριχνε μόνος τα ζάρια για να γυμνάζεται. Μαμά, φωνάζει η Ουρανία, έλα να δεις. Είχε ανοίξει η μύτη της, τα μαξιλάρια κόκκινα, το νυχτικό της έσταζε. Δεν είναι τίποτε, είπαμε, θα ξεθυμάνει ο πονοκέφαλος. Μα το αίμα έτρεχε βρύση, φέραμε το κοριτσάκι στο αντρέ, φέραμε τη λεκάνη και πιάσαμε τα ξίδια και τα μπαμπάκια. Σκύψε, παιδί μου, μέσα, όχι, όχι, καλύτερα πίσω το κεφάλι σου. Τι γάζες, τι μαντίλια γέμισε. Βρε Μιχάλη, λέω του μεγάλου, η βάρδια του πατέρα σου ακόμη δεν τελείωσε. Πετάξου σ’ ένα τηλέφωνο και πες του να φέρει αμέσως γιατρό. Γιατρό, νύχτα, στο σπίτι; Έβαλε τα κλάματα ο Σταμάτης και πίσω του το Καλλιοπάκι. Η Ουρανία ήτανε σαν το πανί, σκυμμένη πάνω απ’ τη λεκάνη, δεν ήθελε πια να γέρνει πίσω, γιατί το αίμα κατέβαινε στο στομάχι της και την αναγούλιαζε. Κι ο Μιχάλης ξεχρόνιζε. Πάει, το χάνω το παιδί, λέω μέσα μου. Βαστάτε της το κούτελο, τους λέω και πάω στα εικονίσματα. Έπεσα χάμω και χτυπούσα το κεφάλι στο πάτωμα. Παναγίτσα μου, έλεγα, όχι αυτό, είναι αθώο και τ’ αγαπάει τόσο τα γράμματα. Και στο ράψιμο είναι καλό και τ’ αδέρφια της τα πονάει κι είναι η αδυναμία του κύρη της. Μαμά, μου φωνάζουνε, τα χέρια της πάγωσαν. Κι ο Μιχάλης ξεχρόνιζε. Κι έφτασε κάποτε και νόμισα πως έφτασε ο Μεσσίας. Μα τι μου λέει; Ο πατέρας δεν πήγε απόψε καθόλου στη δουλειά. Ω, συμφορά, ω, ανάθεμα σ’ αυτόν που έβγαζε τις τράπουλες. Κάνω έτσι κι όταν είδα τη λεκάνη γεμάτη στα μισά, μου ήρθε σαν τρέλα. Μπα, λέω, αδύνατο τόσο αίμα να είναι του παιδιού, θα ‘χε τελειωσει. Αυτό είναι ξινισμένο κρασί απ’ τη νταμιζανίτσα του μπαλκονιού. Το παιδί χάνεται, Αριάγνη! ’νοιξα τα παράθυρα. Σώστε, χριστιανοί, το χάνω μέσα από τα χέρια μου, φωνάζω. Από κάτω, κάτι μου λέγανε. Σκύβω, ήταν ο Γιούνες μ’ εκείνο το σερσέμη τον πιανίστα το Γερμανό και χάζευαν το τάβλι του ποδηλατά. –Ομ Μεχάλη, τρέχει τίποτα; – Βρε Γιούνες, του λέω, σώσε, το παιδί μου τελειώνει. Ώσπου να το πω ήταν απάνω. Πλατς, πλατς χτυπούσαν τα γυμνά του πόδια στα πέτρινα σκαλοπάτια. Μια και δυο τη σήκωσε στα χέρια και δρόμο κάτω. Πίσω ο Μιχάλης με το παλτουδάκι της, για να τη σκεπάσει. Ξοπίσω τους εγώ με τις παντόφλες και τη νυχτικιά. Πού την πάει; Τρέχα με σαν τρελοί και δεν τον προφταίναμε. Κι από πίσω μας ο μαχαλάς ξεσηκωμένος να ρωτάει: Μα τι γίνηκε, φονικό; Ποιος είχε καιρό να τους εξηγήσει. Όταν φτάσαμε στη Μπουστάνι, τον χάσαμε. Αριστερά, πήρε την Νταουαουίν, μας λέει ένας περαστικός. Κατάλαβα, την πήγαινε στο φαρμακείο που διανυχτέρευε, αντίκρυ στο σαράι του Πασά. Την είχαν κιόλας ξαπλωμένη στο μουσαμαδένιο κρεβάτι. «Ψυχραιμία, κυρία μου», έλεγε ο φαρμακοποιός. «Μην κάνετε έτσι. Τώρα θα φτάσει ο γιατρός. Ευτυχώς κατοικεί από πάνω μας. Πήγε να τον φωνάξει. Μα πού το βρήκατε τέτοιο θηρίο; Κοιτάξτε πώς την έσπασε την πόρτα μου. Αφού τον είδα και του φώναξα έρχομαι, ήταν ανάγκη να την κλωτσήσει; Ποιος θα πληρώσει τώρα τα τζάμια;»

Με το γιατρό άλλο ζήτημα. Τον κατέβασε με τις πυτζάμες. Και τον κρατούσε από το σβέρκο μπας και του φύγει. Μα εκεί το παράκαμνε. Γιατί ο γιατρός ήταν ένας καλότατος άνθρωπος. Μικροκαμωμένος, με μούσι, μιλούσε φαρσί τα ελληνικά, αν κι ήτανε Σαμλής ή κάτι τέτοιο. – Βρε, Γιούνες, του λέω, κατέβασε τα χέρια σου απ’ το γιατρό, δεν ντρέπεσαι; – Ομ Μεχάλη, μού κάνει, άσε με να τελειώσω τη δουλειά κι ύστερα δείρε με.

Έτσι το σώσαμε το κοριτσάκι. Κι όταν γυρίσαμε σπίτι με τ’ αμάξι που μας έφερε ο Γιούνες, και την πλαγιάσαμε στο κρεβάτι κι αποκοιμήθηκε, είδα τη λεκάνη πάνω στο τραπέζι: Θε μου, είπα, αυτό είναι το αίμα του παιδιού μου, πώς να το χύσω στο νεροχύτη; Μα κι αυτό το έκανα κι όταν γύρισε ο κύρης της, ξημερώματα πια, το σπίτι ήτανε συγυρισμένο κι όλα τα παιδιά κοιμόντουσαν σα να μην είχε γίνει τίποτα. – Το γουμάρι, του κάνω, ο ξιπόλητος, που λες καμιά φορά, έσωσε το παιδί μας απόψε. – Ποιος, τι; Κι όταν του τα είπα με το νι και με το σίγμα, τι γυρίζει και μου κάνει; – Κι άφησες αυτόν τον βρωμάραπα να πάρει στην αγκαλιά του το κορίτσι μας;

Τη λεκάνη και τα εικονίσματα μπορείτε να τα πάρετε. Ακόμα και το τραπέζι με τον κίτρινο μουσαμά. Και την Ουρανίτσα την ίδια μπορείτε να τη στείλετε αλλού. Μα η νύχτα μέσα στο γαϊδουροκαλόκαιρο, το φως της ασετυλίνης, τους δρόμους και το βουητό του μαχαλά, τα σπασμένα τζάμια και τις μεγάλες φωτισμένες γυάλες με το πράσινο και το κόκκινο νερό, το λαχάνιασμα του Γιούνες, το χαμόγελο του γιατρού, αυτά όλα θα μείνουν πίσω, δεν κλείνονται σε βαγόνια. Και δίχως αυτά τι παίρνετε μαζί σας; Τίποτα!

22.6.12

μπαμπούλας α.ε.

ο μπαμπούλας είναι στην ντουλάπα,
ο μπαμπούλας είναι κάτω από το κρεββάτι,
κοιτάξαμε κάτω από το κρεββάτι, 
με κλειστά τα μάτια από τον φόβο,
τον είδαμε ξεκάθαρα,
πήγαμε γρήγορα για ύπνο,
αργά τη νύχτα ξυπνήσαμε από την πείνα,
το ψυγείο ήταν άδειο...
τους φάγαμε ή φαγωθήκαμε;




17.4.12

ΚΑΛΟ ΠΑΑΑΑΑΑΑΑΑΣΧΑΧΑΧΑΧΑ


επαναλαμβάνω την ευθύνη,
βρές το καλύτερο για σένα;
λύση από τα μέσα:
και δε μιλώ για μαζική ενημέρωση,
βαθιά ανάσα κόψε τη μάσα,
και το αρνί έχει ψυχή,
πιες ξεροσφύρι, 
και δε μιλώ για δρεπάνι,
κόψε την πλάκα,
κόψε το δρόμο,
κόψε τη λάσπη,
ανάστα φαράι,
αμάν με τα καλαμαράκια,
προσευχή προσευχή,
προσοχή προσοχή,
ανάπαυση,
εν ειρήνη,
αγαπάτε ρεεεεεεει,
αγαπάτε αλλήλους,
και τον σκοτώσανε ρεεεεεεει.

όσα φέρνει η ανατολή


αααααααα, κάθομαι τώρα ήσυχα και βλέπω τη ζωή να ξεδιπλώνεται ίδιο χαλί, όχι στα πόδια μου, στο ύψος των ματιών μου, 
να μου κρύβει το σώμα, 
να κρύβει την αλήθεια από κάτω. 
Πάνω στο χαλί, άνθρωποι γελαστοί, συζητάνε χωρίς αμηχανία, δίνουν τα χέρια εγκάρδια και τρίβουν την πλάτη ο ένας του άλλου χωρίς δεύτερες σκέψεις. Εμ βέβαια, αφού τις ξεφορτώθηκαν απάνω μου. Εχτές που ήμασταν μόνοι, ανοίξαν τη σκατοψυχούλα τους. Κατηγορούσαν ο ένας τον άλλο, έβριζαν με τον πιο χυδαίο τρόπο, έφτυναν και δάκρυα ανακούφισης έτρεχαν από τα θολά μάτια τους όταν ομολογούσαν πόσο άσχημα έβλεπαν ο ένας τον άλλον.


Παίρνω βαθιά ανάσα, δυνατή και μυρίζω χώμα. έ; Μέσα από τις πυκνές ραφές του χαλιού, περνά μυρωδιά βρεγμένο χώμα και άνοιξη. Σκύβω με κόπο (το κορμί μου πιάστηκε όρθιο) και κοιτώ τις πατούσες μου. ΜΑΥΡΕΣ. Αμάν, θα με πάρουν για γύφτο. Τα ματάκια είναι προπονημένα να βρίσκουν ψεγάδια. Χώνομαι κάτω από το χαλί. Δε χωράω όρθος, πότε μπουσουλάω, πότε σούρνομαι μαζί με σκουλικάκια και σκαθάρια, τρύπες φιδιών με φοβίζουν, σέρνομαι γρήγορα και προσεκτικά "στα καμμένα τα φίδια φέρονται αλλοπρόσαλλα, δε βρίσκουν νερό και δαγκώνουν αδικιολόγητα", ο τρελλός λαγός βογκάει. Στην υγρή χλόη μουσκεύω και ευχαριστιέμαι.


Ανατολικά το χαλί τελειώνει. Ή εδώ αρχίζει; Στέκομαι όρθιος και άνετος. Κοιτάω τα σκισμένα μου ρούχα, τα ματωμένα γόνατα και τους αγκώνες. αααααχ, φχαριστιέμαι. Κοιτάω πίσω προς το χαλί, ο ήλιος δύει προς τη μεριά του. Οι άνθρωποι είναι μακρυά μου πια και γελάνε,
μα έχουν το νου τους μην τους γελάσουν.
Ο Κύριος, η Κυρία και ο Πύργος. Αυτά στη Δύση. Τελεία. Ανατολικά. Άνω και κάτω τελεία: Ξυπολυτάκια γυρνούν ασκέπαστα, ψάχνουν λίγη λαχτάρα και κάτι να γεμίσουν το πεινασμένο τους κεφάλι. Αγκαλιαζόμαστε όλα μαζί και κοιτάμε τον ήλιο να ανατέλλει ίσα μπροστά μας.


Όσα φέρνει η Ανατολή τα παίρνει η Δύση. Ερχόμαστε βρώμικοι, απαίσιοι και λαχταριστοί στον κόσμο και φεύγουμε καθαροί, κουστουμάτοι μες στα βελούδα, νεκροί.


Δεν βιάζομαι, ευχαριστώ θα περπατήσω, θα πουλήσω την ψυχή μου στο διάολο. Είναι έντιμος ο Διάολος. Στα δίνει όλα και το μόνο που ζητά είναι η ψυχή. Ενώ ο Θεός στα ζητά όλα για να σου δώσει, τί; την αιωνιότητα; Μερσί μπουμπού. Δεν βιάζομαι, ευχαριστώ θα περπατήσω, ίσως και να σουρθώ άμα βρω λίγο αφράτο χώμα.


----------
Διαβάστε όπως να ναι και ηδύποτε το Θείο Τραγί του Σκαρίμπα! Άιντα Μπράβα

15.12.11

σας τα είχα μαζεμένα

Η ΠΡΩΤΗ ΡΥΤΙΔΑ
Η πραγματικότητα τρυπώνει στο πλατώ του λάιφστάιλ,
τα χάχανα σταματούν, οι αρλούμπες σταματούν, τα πειράγματα σταματούν,
ο τηλεοπτικός χρόνος παγώνει,
οι καλεσμένοι παγώνουν, η παρουσιάστρια παγώνει, οι αδερφές παγώνουν,
ΓΡΗΓΟΡΑ ΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΟ! η ψυχολόγος παγώνει και αυτή,
ο φλορ μάνατζερ τη σπρώχνει με δύναμη να μπει στο πλάνο,
αυτή σκοντάφτει, πέφτει πάνω στην παρουσιάστρια,
παρασύρει όλο το συφερτό σε μια λυτρωτική καραμπόλα,
που καταλήγει σε χίλια παγωμένα κομματάκια αμηχανίας.

Είναι 10 το πρωί και η γυμνή τραγουδίστρια με μάτι γλαρό ξεφωνίζει:
Είδα είδα την πρώτη μου ρυτίδα,
με όλα αυτά που ά-κου-σα,
τα αυτάκια μου βγάλαν πυτιρίδα,
με όλα αυτά που ά-κου-σα,

Μη μου λέτε για χαλυβουργική,
πετροπόλεμο στο κέ-ε-ντρο,
η ατμόσφαιρα να είναι γιορτινή,
πάλι καίγεται το δέ-ε-ντρο,

Θα ψωνίσω από το ιντερνέτ,
του αγοριού μου μια κωλώ-ω-νια,
θα μου πει: "Μωράκι είσαι τζετ",
κατεβαίνουμε για ψώ-ω-νια!




Οι πολλοί Λίγοι
πολλοί με εκμεταλλεύτηκαν γιατί ήμουνα μικρός,
βασίστηκαν στο πάγιο, κοινό σε όλους γνώρισμα,
εκείνο του πρωτόβγαλτου, του έξω από τα κόλπα,
την κάποια συστολή, δύσκολο να πεις όχι,
ζαλίζεσαι από λόγια, κολπάκια της οκκάς,
ξεφτίσαν απ΄ τη χρήση, η λάμψη τους εχάθη,
στα απλωμένα χέρια...
μα η τριβή με δαύτους σε όλα διδακτική,
μαθαίνεις να γνωρίζεις το άρρωστό τους βλέμμα,
την άκρα υπεροψία, απόλυτο κενό,
βλέμμα μα και μυαλό...
τώρα πια ξεχωρίζεις μες στα πολλά τους λόγια,
πότε σε κοροϊδεύουν και πότε σε γελάνε,
τώρα πια δε θαμπώνεσαι απ΄τα σαξές τους στόρυ,
τα διάβασες, τα άκουσες από χιλιάδες ίδιους,
τί διάολο, πώς γίνεται; τόση επιτυχία με τόση δυστυχία;
και νάτοι πάλι έρχονται, πάλι να σου ζητήσουν,
εκείνο που σου ζήτησαν την πρώτη πρώτη ώρα,
πάλι το ίδιο ακριβώς, το ίδιο ακριβώς,
και πάλι τους το δίνω, όχι γιατί με έπεισαν,
όχι γιατί μπερδεύτηκα, όχι γιατί θαμπώθηκα,
αλλά γιατί το μπούχτησα, γιατί δεν έχει αξία,
ό,τι αυτοί ζητάνε, με τόση απελπισία,
πάρε ρε βλάκα πάρε, πάρε αυτό το λίγο,
μοιάζει βλέπεις με εσένα, είσαι και εσύ λίγος.

14.7.11

Αληθινές ιστορίες με όμορφο τέλος

για αληθινές ιστορίες με όμορφο τέλος,

σκέφτηκαν, ονειρεύτηκαν, μίλησαν, έγραψαν, κουράστηκαν, πάλεψαν, πολέμησαν, σκότωσαν, σκοτώθηκαν.
όχι για κέρδη,
ποτά,
τραπέζια,
μαγαζιά,
πάρτυ,
γνωριμίες,
μπόνους,
συμβόλαια,
γάμους,
αρραβώνες,
διαζύγια,
αμάξια,
κόκες,
σαμπάνιες,
προφίλ,
παραγωγικότητες,
επενδύσεις,
μπάτσελορ,
γυμναστήρια,
εκπτώσεις,
ευκαιρίες,
γραφεία,
ιδιωτικά,
πισίνες,
σουίτες,
μούρες,


έξυπνα μούτρα με εξυπνάδα έτοιμη.
Έλα μωρό. Την καπνιστή; Αυτήν που ήπιαμε με το Νίκο. Θα αγοράσω φεύγοντας από το γραφείο και μετά μπορούμε να πεθάνουμε.

Το γυναικάκι μου μαγειρεύει τέλεια. Έχει ξεπατικώσει τις συνταγές από όλα τα παραδοσιακά χωριουδάκια που έχουμε επισκεφτεί. Μιλάει με τους παππούδες και με τις γιαγιάδες. Είναι σκέτη γλύκα. Δεν την αλλάζω με τίποτα. Και να σκάσει εγώ δε θα την αλλάξω. Θα συνεχίσω με αυτήν. μέχρι η ζάντα να την λιώσει, να πάρει φωτιά και να κολλήσει στην άσφαλτο. Μέχρι να δω το γλυκό μουτράκι της να μου λέει μια γλυκιά καλημέρα για τελευταία φορά, πριν την λιώσει το τριαξονικό.

Τολμάς και λες ότι είσαι καπιταλιστής. Τολμάς. Τη διάβασες την φάρμα των ζώων; Κ-Α-Τ-Α-Π-Λ-Η-Κ-Τ-Ι-Κ-Ο-Σ.
Τϊποτα, δε θα μείνει τίποτα.

Για αληθινές ιστορίες με όμορφο τέλος. Τίποτα άλλο τίποτα. Ό,τι άλλο, τίποτα. Όχι άλλο τίποτα.

2.7.11

λάθος

Παιδιά που δε γεννήθηκαν από γυναίκας μήτρα

μέσα από οθόνες και καλώδια στρατιωτικές σχολές μάστερ στα οικονομικά
-προσθέστε στο βιογραφικό σας το βαθμό σας στο στρατό και τα καθήκοντά σας όπως:
διαχείριση ομάδας 3 στρατιωτών κλπ-
μέσα από κάνες πολυβόλων εκσφενδονίστηκαν.
παιδιά που δεν υπήρξαν
γεννήθηκαν μικροί δολοφόνοι.
κόψανε τα αυτιά τους
για να μην ακούν
τις κραυγές από το σφαγμένο δαμάλι
μισό μέτρο το σκοινί
αλλά το αίμα πετάγεται
κόκκινο συντριβάνι.
ίσα στο ανοιχτό στόμα τους
και μέσα στους αφρούς πνίγονται
βγάζουν άναρθρες κραυγές
και οικονομικές αναλύσεις
λάθος στιγμή, λάθος λαός
κάνατε λάθος κύριοι τεχνοκράτες

1.7.11

τα δάκρυά μας στέρεψαν

τα κόκκινα μάτια μας συνήθισαν τα δηλητήρια
και ανακουφίζονται στην φωτιά
που ανάψαμε
στο κέντρο της πλατείας
εκείνο που θα μας σώσει
η φωτιά που ανάβει μέσα μας


2.6.11

Στην πλατεία ο κόσμος συζητά. Έχουμε κάνει έναν κύκλο και ένας ένας με τη σειρά παίρνει το μικρόφωνο και λέει μία, δύο, τρεις... σκέψεις του. Σκέψεις που σκέφτηκε το πρωί το μεσημέρι, χτες προχτές αλλά και σκέψεις που του ήρθαν ακούγοντας τους προηγούμενους. Μένω έκπληκτος από τις ιδέες και τις σκέψεις και πραγματικά φεύγω από τη λαϊκή συνέλευση με γεμάτο το κεφάλι.


Σκέψεις που γεννιούνται, σκέψεις που ανατρέπονται.

Ακούω προσεκτικά όλους.
Λέει κάποιος ότι θα πρέπει δείξουμε στο κεφάλαιο ότι δε συμφέρουμε. Δεν είμαστε καλός στόχος. Το κεφάλαιο θέλει τον κοινό ευρωπαίο καταναλωτή. Υπερ-καταναλωτή. Για να μπορεί με τη μορφή εταιρειών αποσμητικών να του προσφέρει κρέμα νυκτός, απογεύματος, πρωινού και μεσημεριού, να του προσφέρει κινητό με 15 μεγαπίξελ κάμερα (λες και πρέπει να αποτυπώσουμε την πραγματικότητα όπως είναι με απόλυτη λεπτομέρεια και όχι όπως την λαμβάνουμε εμείς μέσα από το πρίσμα της φαντασίας μας και του σουρρεαλισμού μας), να του προσφέρει ενέργεια στο σπίτι για να ανάβει κάθε μέρα το θερμοσίφωνα να κάνει μπάνιο αφού ζέχνει σα σκατό με τις αηδιές που τον ταϊζει...
Λέει ότι θα πρέπει να πάψουμε να είμαστε υπερκαταναλωτές για να μας αφήσουν ήσυχους. Ποιός θα αγοράσει τη ΔΕΗ άμα βλέπει ότι το κοινό στο οποίο απευθύνεται δεν είναι ενεργοβόρο και δεν υπάρχει περιθώριο κέρδους;

Κάποιος άλλος παίρνει το λόγο και λέει ότι ο καπιταλισμός είναι αδίστακτος. Και ναι μία έκφανσή του είναι ο υπερκαταναλωτισμός αλλά δε σταματά εκεί. Το έχει αποδείξει και στον β παγκόσμιο όταν ο χίτλερ επεδείκνυε το φολκςβάγκεν με την ίδια χαρά που έριχνε βόμβες στην γκουέρνικα.

Κάποιος άλλος λέει ότι σε λίγο θα αναγκαστούμε να μην είμαστε υπερ-καταναλωτές αφού δε θα έχουμε λεφτά να φάμε, όχι να πληρώσουμε τη ΔΕΗ.

Κάποιος άλλος λέει ότι το να αναγκαστούμε είναι κατάντια. Θα αναγκαστούν όσοι κάθονται σαν τις Μαρίες Αντουανέτες στις καφετέριες και χαζολογάνε. Ο πραγματικός άνθρωπος πρέπει να αλλάξει επειδή το θέλει και όχι επειδή τον αναγκάζουν.

Και άλλα πολλά...