Αν σας έδειχνα μια νυχτερινή φωτογραφία μπορεί να την πιστεύατε ή να την σχίζατε, ας είναι…, διότι αν δεν γνωρίζετε εσείς οι ίδιοι τα τοπία που αιχμαλώτισα στο φιλμ, θα το βρείτε πολύ δύσκολο να βιώσετε μια διαφορετική αλήθεια από αυτή που σας δίνω εγώ εδώ.
25.4.07
21.4.07
τί είναι;
είναι μια σταλίτσα,
μια σταλιά,
τόση, τόση, τόση, τόση δα,
που όλο μου ξεφεύγει,
μ' αποφεύγει,
κρύβεται σε μι΄ άκρη και γελά.
είναι μια μπουκίτσα,
μια χαψιά,
του γλυκού μία κουταλιά,
που όλο μου γλυτώνει,
με λερώνει,
και δεν τρώγεται με τίποτα.
μα είναι μια στιγμούλα,
δυο λεπτά,
όσο διαρκεί μια αγκαλιά,
όσο δυο φιλάκια,
και ένα χάδι,
πριν να εξαφανιστεί ξανά.
8.4.07
σε ένα φλυτζανάκι.
του πρωινού το καραβάκι,
πλέει σε ένα φλυτζανάκι,
του καφέ.
φοράς μια αμάνικη ριγέ,
και στέκεσαι στη μέση,
μήπως κανένας πέσει,
στο κύμα του καφέ.
μήπως κανένας ξεχαστεί,
μήπως αφήσει το κουπί,
και τονε φάει το ρέμα.
μα άμα καίει ο καφές,
καίγεσαι τότε θες δε θες,
αλήθεια είναι και ψέμα,
πως συ θα πέσεις πρώτα.
4.4.07
25.3.07
το φως στις 10 π.μ.
Το φως στις 10 το πρωί έρχεται όλο πλάγιο
Εκεί που ήταν οι χείμαρροι και ξαναζωγραφίζει
τους κήπους πάνω στο νερό να έχουν σκαλί
Δεμένη βάρκα και μια θάλασσα γυαλί
Και τις τετράκοπες να υψώνουν του Ομίλου οι αθλητές
και στο λιθόστρωτο να αστράφτουν μουσικές καμαρωτές
κι από τα πεύκα κι απ’ τα διώροφα ξανά
καλοί σαλπίζοντας στα ουράνια πρωινά
κι ακούς παγώνια και ηλιόλουστο το τραμ ξαναγυρνά.
Κι όμως αυτό το πλάγιο φως μια μέρα θα φωτίσει
την πιο απόκοσμη ερημιά, εσύ είχες ήδη αργήσει
μέσα στις αίθουσες οι τάξεις είχανε μπει
και του σχολειού η πόρτα ορθώνονταν κλειστή
με τους αετούς να ξεπαγιάζουν στο μαρμάρινο κισσό
και με τους ήρωες να κοιτάζουν το σβησμένο τους πυρσό.
Αφού ο κόσμος ο γνωστός σ’ αυτή τη γη.
Που αγνός και ανύποπτος μετέχει κάθε αυγή.
Την ώρα εκείνη απ’ το κάδρο είχε ξάφνου αφαιρεθεί.
Το μεσημέρι μαύρο φως προπάντων στις καθέτους
η θάλασσα όλο το πετάει στου οδηγού το τζάμι.
Μα όταν γράψει με μια πλάγια μολυβιά
κιονοστοιχίες με λιγάκι συννεφιά
πίσω απ’ τα μαύρα του γυαλιά
ο κόσμος μπαίνει όλο φωνές
ανεμιστήρες ξεκινούν και του εσπρέσσο οι μηχανές.
Γυάλινα στέγαστρα ένας έγχρωμος βυθός
δεν σε πειράζει που είσαι τώρα μοναχός.
Μια αγάπη πίσω από τις λέξεις συναντάς
σ’ αυτό το φως.
Το φως τραβιόταν θεϊκό στο ηλιοβασίλεμά του
πίσω απ’ τη μάνδρα της αυλής και το καμένο σπίτι
είχαν απλώσει τα σεντόνια στο σκοινί
έπαιζες μόνος μα αισθανόσουν τη σκηνή
σα θεατράκι επουράνιο μέσ’ στο κόκκινο το φως
πίσω απ’ τα χρώματα να παίζει με το παιδάκι του ο Θεός.
Ευτυχισμένοι μεταξύ τους μακρινοί.
Με βλέπουν άραγε κι εμένα, είχες σκεφτεί.
Όπως απόψε που πλαγιάζεις σε μια κάμαρη αδειανή
με την πόρτα γυρτή
το φως του μπάνιου να γλιστράει στη σιωπή
να σε νιώθω εδώ
σ’ αυτό το πλάγιασμα σ’ ετούτη την ηχώ
μ’ ένα φως τεχνητό
να βρει τον κόσμο, το δικό μου σ’ αγαπώ
φως που τραγουδάει
ενώ είναι νύχτα κι ενώ εσύ δεν είσαι πλάι.
σωστές επιρροές: Σαββόπουλος

