Αν σας έδειχνα μια νυχτερινή φωτογραφία μπορεί να την πιστεύατε ή να την σχίζατε, ας είναι…, διότι αν δεν γνωρίζετε εσείς οι ίδιοι τα τοπία που αιχμαλώτισα στο φιλμ, θα το βρείτε πολύ δύσκολο να βιώσετε μια διαφορετική αλήθεια από αυτή που σας δίνω εγώ εδώ.

16.1.08

είναι μια ώρα δύσκολη

την ώρα που οι παλμοί τους ενενήντα φτάνουν,
τη γη κάτω τα πόδια άξαφνα όταν χάνουν,
και από τη μύτη τρέχει το αίμα σαν ρυάκι,
το άρωμά σου απλώνεται στις φλέβες μου φαρμάκι.

έτσι είναι ωραία, η έγνοια μου, κυρά μου, να σαι συ,
και στην κουβέντα δε βαστώ, την κούπα το κρασί,
σηκώνοντας και πίνοντας θα βρω το δρόμο πίσω,
στο παιδικό κορμάκι μου μαζί σου θα γυρίσω.

5.1.08

η μάνα μου το κρύβει

ότι βρωμάω λιοτρίβι.

31.12.07

να´ χες εκατό ελιές

να σ´ αγαπώ εκατό φορές.

11.12.07

ένα περιστατικό από τις περιπλανήσεις του δούκα Κλάναν στην πόλη

ο δούκας Κλάναν περπατούσε με τα χέρια στις τσέπες,
όχι επειδή έκανε κρύο,
άλλωστε φορούσε γούνινα γάντια από γούνα λεοπάρδαλης,
αλλά γιατί ήθελε να τονίσει ότι δεν υπήρχε περίπτωση να σκοντάψει και να πέσει.
Για τω Θεώ, ήταν ένας δούκας!
περπατούσε και ευγενικές σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του,
σκεφτόταν τη θάλασσα το καλοκαίρι, την όμορφη ερωμένη του και άλλα ευγενικά,
ώσπου αίφνης, ένα μηχανάκι του έκλεισε το δρόμο.
-ΦΙΛΕ! ΠΟΣΟ ΕΙΝΑΙ;
-γίνετε πιο σαφής, αγαπητέ.
-ΠΟΙΟΣ ΝΙΚΑΕΙ ΡΕ ΜΕΓΑΛΕ;
-δεν ξέρω αγαπητέ, δεν ασχολούμε.
-ΟΧΙ Η ΘΡΥΛΑΡΑ; ΦΤΟΥ ΣΟΥ, ΓΑΜΩ ΤΑ ΓΑΜΗΔΙΑ. ΠΑΛΙ ΚΟΥΒΑ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ.
ο δούκας Κλάναν σκούπισε το μέτωπό του και προχώρησε.