ντάλα ήλιος.
μεσημέρι ιουλίου, καύσωνας και ήλιος με κέρατα.
οι άνκορμεν μία βδομάδα τώρα,( λόγω έλλειψης άλλων ειδήσεων, σύνηθες καλοκαιριάτικα), τρομοκρατούν τον κόσμο ότι θα καεί ζωντανός, παπάδες στα παράθυρα μιλούν για θεΐκή επιλογή λόγω ανθρώπινων αμαρτιών, ειδικοί συμβουλεύουν πλήρη ακινησία, πολλά υγρά και κρύα μπάνια στη μπανιέρα, ούτε βλέφαρο να παίζει.
υπερβολές.
κι όμως ο ήλιος σπάει κοκκινόπετρες. οι αχτίδες του τρυπάν την κληματαριά και σχηματίζουν μπουριά ξυλόσομπας, χοντρά και καυτερά που καίνε τα ακάλυπτα πόδια και χέρια του άλκη. αλλά αυτός δε φαίνεται να δίνει σημασία, ξαπλωμένος στην αιώρα του ,που τη δένει εδώ και δύο καλοκαίρια κάτω από την κληματαριά.
διαβάζει για έναν που περνά τρις-χειρότερα λόγω ζέστης. είναι σε μια έρημο της αφρικής και ακολουθεί μια γυμνή μαύρη, δημιούργημα του καυτού εγκεφάλου του. δεν έχει και πολλές ελπίδες επιβίωσης γιατί όσο περνά η ώρα αφυδατώνεται ο εγκέφαλός του και πλησιάζει πιο πολύ τη μαύρη του. τη στιγμή που την φτάνει πέφτει με τα μούτρα πάνω της. το μόνο που βλέπει είναι μαύρο. μαύρη σάρκα νομίζει αυτός, μαύρο σκοτάδι επιλέγει ο θεός του.
σε αυτό το σημείο της ανάγνωσης σταματά. προσπαθεί να θυμηθεί πως και βρέθηκε ο ήρωας του βιβλίου στην έρημο, αλλά δεν μπορεί. οπότε γυρνά πέντε έξι σελίδες πιο πίσω και τσακίζει τη σελίδα. θα συνεχίσει αύριο από αυτό το σημείο. έπρεπε να είχε σταματήσει να διαβάζει από πιο πριν, αλλά ο κλεάνθης έχει αργήσει να φανεί. κάθεται λίγο ακόμα ξαπλωμένος στην αιώρα και παρατηρεί τις κοκκινίλες στα χέρια του. ποιός την ακούει τη μάνα του πάλι. του χει πει χίλιες φορές να μην κάθεται στον ήλιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου