κάτι ξέρει το κασκόλ.
όταν βρισκόμαστε οι δύο,
δεν μας φτάνει όσο και να ναι,
μα ο καιρός,
που δεν ξέρει,
περνάει.
πάλι έφυγες τρέχοντας,
είχες κλείσει το δρόμο,
μα ο κόσμος,
που δεν ξέρει,
κόρναρε.
στην αυλή του σχολείου,
παίζαμε μια χαρά,
μα το κουδούνι,
που δεν ξέρει,
χτύπησε.
χτες το βράδυ πήγε τέσσερις,
και έφυγες βιαστικά,
και το κασκόλ σου,
που ξέρει,
ξεχάστηκε.

3 σχόλια:
Κι αυτοί που ξέρουν κι αυτοί που δεν ξέρουν , λένε πως οι στίχοι σου είναι πολύ καλοί.
λέτε τ'αντικείμενα να είναι τόσο τρυφερά και συναισθηματικά και να έχουν επίγνωση του "ρόλου" τους?
η άποψη είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα...
καλημέρα
το λέει και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου:
Τα κίτρινα μολύβια των μαραγκών
τη νύχτα δεν κοιμούνται.
Σαλτάρουν απ' τον πάγκο στα βυζιά των γυναικών
που προκαλούν απ' τα παλιά εξώφυλλα των τοίχων.
Από την καύλα τρελαμένα ξεχνάνε την αρχή,
πως η βαρύτητα τα παίρνει όλα κάτω.
Πέφτουν στο δάπεδο,σφαδάζουν στη σιωπή,
μες στο ξυλάλευρο αφήνονται στο κλάμα.
Κι όταν γυρίσει το κλειδί και μπουν στο μαγαζί
πρώτα ο ήλιος κι ο άνθρωπος κατόπι,
θα σκύψει ο δεύτερος μηχανικά
για να μαζέψει απ' το τσιμέντο τα μολύβια,
λες και σηκώνει μια τυχαία πέτρα της αυλής
να κυνηγήσει τα σκυλιά που αρχίσανε και σέρνουν.
Ανύποπτος για τ' αύριο,θλιμμένος για το χτές,
ανίδεος για τα θαύματα που γίνονται τις νύχτες.
καλημέρα σας.
Δημοσίευση σχολίου